μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

26.5.17

V_1

You’re a thorn in my heart 
Spicular as is steel, cold as of grave 
Elusive, delusional like mist 
And the thought of you so tender,
so soft as the spring wind through the newborn wild roses.

Είσαι ένα αγκάθι στην καρδιά μου
Αιχμηρό όπως το μέταλλο, κρύο ωσάν από τάφο 
Ανεπαίσθητο,παραληρητικό σαν ομίχλη 
Και η σκέψη για εσένα τόσο τρυφερή,
τόσο απαλή όσο ο άνεμος της άνοιξης διάμεσα στα νεογέννητα άγρια τριαντάφυλλα.

-V


*Το μπλογκ της V: La Sirene Soupe

18.5.17

ανθογραφία

Το μερονύχτι τη σελήνη στέφει αρχόντισσά του
Κι αστέρι αν βαφτείς και νυχτολούλουδο ντυθώ
Ο ήλιος ανελέητος φονιάς του χαραμάτου
Σε βρίσκει απόδημο πουλί κι εμέ χειμωνανθό.

-ψ.ψ.

9.5.17

χρρρρτσ

 Στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Εννοώ εκεί στο δρόμο με τη σκόνη και τα τυφλά αμάξια. Ήταν ο ήλιος ντάλα όταν πέρασα απέναντι. Απ' το τίποτα οι σκέψεις έγιναν έτσι σκοτεινές και αποπνικτικές. Βάδιζα στο πλήθος με τα βαμμένα μαλλιά και του γκρίζους χαρτοφύλακες όταν με έπιασε η μανία να κρεμάσω φράουλες στα αυτιά μου και να βάψω τα δάχτυλά μου κόκκινα, αλλά τα χέρια μου είχαν μαγκωθεί στην επικύρωση εισητηρίων στα αριστερά. Κοίταξα προσεχτικά το πλήθος για να μην δω τον εφιάλτη με την κουκούλα, καραδοκεί στο προηγούμενο βαγόνι, είμαι σίγουρη γι' αυτό.
 Τώρα βαδίζω ασφαλής στο δρόμο για το σπίτι. Τα στενά είναι γεμάτα μαδημένα πουλιά που κρώζουν. Δεν με αφήνουν να περάσω. Στο δάπεδο ένα λιωμένο περιστέρι, στη θέση της καρδιάς του εξέχει ένα κόκκαλο. Από πάνω του τα πρώτα λουλούδια απλώνουν το παγωμένο χαμόγελό τους να το φάνε.
 Ακούω την ανάσα τον άρρωστων πεύκων καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι σου, ακούω τους καταρράκτες που κυλούν στο πράσινο αίμα τους, θέλω να ξεσκίσω τους κορμούς τους και να το φάω, να μην έρθω ποτέ να σε βρω κάτω απ' το μπλε φως στο μαραμένο σαλόνι σου.
 Και μεσ' τις στάλες δαγκώνω το δέξι σου χέρι και ακούω τη ζωή σου να ουρλιάζει κάτω απ' το χώμα. Εκεί που άλλωτε σε έκανα να ξαπλώσεις στα δάχτυλά σου φυτρώνουν κρινάκια και τα χωμάτινα μαλλιά σου κρέμονται στα γκρεμιά.

 Ρουφάω τη βοή των δρόμων και των μπλε αστεριών στο στήθος μου. Πόσο κοστίζει να τη χτίσω με τσιμέντο στον τοίχο; Και αν σε λίγη ώρα το τσιμέντο και η άσφαλτος σπάσει; Εάν τα άρρωστα δέντρα πέσουν και τα λουλούδια τρέξουν να φάνε τους ανθρώπους?

-φούτου μούτου