μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

28.3.17

νάρκη

κι όσο οι αστοί καπνίζουν στην κουζίνα τους,
τα παιδιά τους θ' ανθίζουν έξω στο μπαλκόνι
με ρίζες γερές που θα τρυπούν το πάτωμα

να μην πέφτουν πίσω σαν τρώνε πάλι ξύλο
που βγήκαν πριν τις ειδήσεις απ' τη γλάστρα τους,
που φύτρωσε μυαλό 'κεί που θα 'χανε σκατά,
που δεν έγιναν- σαν αυτούς- κι εκείνα βλήτα


κι όσο οι τσέοι βρωμίζουν με το βήμα τους
τη γειτονιά, τα παιδιά τους θα υφαίνουνε
μετάξι γύρω-γύρω από τις μπότες τους

να μην οργώνουν τις οδούς σαν τσιφλικάδες
που βάφτισαν κάθε τετράγωνο κτήμα τους,
που πέρασαν το μαύρο ντίλντο τους για κνούτο,
που κρεμούν παιδάκια σαν σκιάχτρα στις πλατείες


κι όσο οι δικαστές γέρνουνε τις κόψεις του
σφυριού τους σε αθώους λαιμούς, τα παιδιά τους
θα παίρνουν με χείλη σα δρεπάνια το νόμο

να μην συνηθίσουμε στην πείνα για ποινές
που αδειάζει τάξεις για να γεμίσει κελιά,
που σκοτώνει κεφάλια σε ζωντανά κορμιά
που σπρώχνει παρεξηγημένους προς τις νάρκες 

-Κόμμον Άλεξ


*Το μπλογκ του Κόμμον Άλεξ: Ατένας

15.3.17

κυριακή μεσημέρι

Βρήκε την άκρη του αχανούς κρεβατιού του
και τώρα με τη μαχαίρα του σκίζει
του σπιτιού την πυκνή αδειανότητα.

Οι κρότοι των βημάτων του
σφαίρες στο αλεξίσφαιρο γιλέκο της σιωπής.

Το παράθυρο τραβά το βλέμμα του σαν τηλεόραση:

χρώμα και κίνηση που στάζουν
στις αυστηρές γκρι γραμμές των τετράγωνων τοίχων.

Μα
πίσω από το γυαλί
είναι εκείνος που βρίσκεται σε ένα κουτί εγκλωβισμένος.

-ψ.ψ.

3.3.17

ο σκύλος δαγκώνει

Σχεδόν όλοι προσπαθούμε να εξηγήσουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους με βάση τον εαυτό μας και τα όσα έχουμε δει. Μπορεί να μην είναι απολύτως επιτυχημένες οι κριτικές μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποιος τρίτος, «εξωτερικός», για να μας τα πει φουλ αντικειμενικά και σωστά. Οπότε οι δικές μας γνώμες είναι το περισσότερο που έχουμε. Πάμε.

Η Ελλάδα καταρρέει. Σε σχεδόν όλους τους τομείς και όχι μόνο στην οικονομία. Τα μόνα στα οποία τα πάμε κάπως καλά είναι το ότι οι φασίστες παίρνουν πόδι απο τις περισσότερες περιοχές και το ότι κρατάμε ένα ψιλοκαλό επίπεδο μη-ξενερωσύνης και μη-ρομποτοποίησης, σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικές χώρες τουλάχιστον.

Δεν ξέρω, αυτό που λέω κατάρρευση μπορεί να μην είναι ακριβώς κατάρρευση, αλλά μία σχετικά μόνιμη κατάσταση που κρατάει εδώ και πολλά χρόνια, ίσως και ανέκαθεν. Μπορεί και το 1850 τα ίδια να έλεγα, μπορεί και όχι. Δεν έχει όμως τόση σημασία αυτό. Η ουσία είναι το ότι αισθάνομαι συχνά και έντονα ακριβώς το ότι «δεν ανήκω εδώ». Και δεν είμαι 14, οι μόνες μου εμπειρίες δεν είναι η μαμά μου, το σχολείο και τα Public, οπότε μπορώ να το πώ με μία αρκετά μεγάλη σιγουριά, δεδομένου και του ότι όσο περνάνε τα χρόνια μάλλον θα ανήκω ακόμη λιγότερο «εδώ». Επίσης το πρόβλημα μου δεν είναι η Ελλάδα, στις περισσότερες χώρες θα «άνηκα» ακόμη λιγότερο.

Υπάρχουν κάποια κοινά ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε όλα τα πράγματα που έχω κάνει, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που νιώθουν (αν ακόμη νιώθουν να είναι κάτι), είναι φοβισμένοι και παράλογα διστακτικοί, δεν είναι αληθινοί-αυθεντικοί-ειλικρινείς, έχουνε χάσει τον ευατό τους και τις ελπίδες τους.

Να το πω πιο καθαρά, είναι σαν έναν σκύλο ο οποίος κάθε που έβγαινε από το σπίτι του του επιτίθονταν άλλοι σκύλοι, του γάβγιζαν, τον κυνηγούσαν και ενίοτε τον δάγκωναν άσχημα και πλέον δεν περναέι παρά σπάνια την εξώπορτα και όταν το κάνει, κοιτάει διαρκώς γύρω του, τρέμει από φόβο και γυρνάει πίσω όσο πιο γρήγορα μπορεί. Πίσω στο σπίτι του, προσπαθεί να καλύψει την ανασφάλειά του με ψέματα και δειλές παραδοχές («δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν έχεις δει πόσο άγριοι είναι;»), να αποδεχτεί το ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε αυτό το κωλόσπιτο και να βρει λόγους για να δικαιολογήσει υποκριτικά την μιζέρια του («καλύτερα είναι εδώ, τι να πας να δεις εκεί έξω έτσι κι αλλιώς, σπίτια και δέντρα έχει»). Βαθιά βαθιά στο μυαλό του όμως διψάει για τους κόσμους που υπάρχουν έξω από τα κάγκελά του και όλη η αλήθεια βρίσκεται στο ηττημένο βλέμμα του, κάθε φορά που μετά τα πρώτα 2-3 βήματα πέρα από την πόρτα ακούει τα γαβγίσματα και τρέχει πάλι πίσω. Βρίσκεται στην μαραμένη ουρά του που έχει ξεχάσει πως να κινείται ή, ακόμη χειρότερα, που κινείται μόνο κάθε που του πηγαίνει το αφεντικό φαί, έχοντας λησμονήσει τις παλιές φλογερές μέρες.

Τι να κάνει όμως ο σκύλος, είναι δεδομένο ότι αν βγει θα τον φάνε, δεν έχει επιλογές, πρέπει να αποδεχτεί την κατάσταση και να ζήσει όσο πιο καλά μπορεί μέσα σε αυτήν.

Προφανώς όχι. Ο σκύλος μπορεί να βρει άλλους δέκα σκύλους με το ίδιο πρόβλημα, να κάνουνε γυμναστική και να προπονηθούνε λίγο καιρό και μετά να βγούνε όλοι μαζί και να τους γαμήσουν το σπίτι. Οι άνθρωποι να βρούνε άλλους παρόμοιους με αυτούς, να συμφωνήσουνε σε δέκα πράγματα που τους καλύπτουνε όλους, να οργνανωθούνε και να προπονηθούνε και μετά να πάνε να τους γαμήσουν το σπίτι.

Η αλλαγή δεν είναι μία στιγμή, μπαμ και τέλος. Είναι διαρκής διαδικασία, συμβαίνει συνεχώς και κάθε στιγμή κρίνονται τα πάντα. Δεν ζούμε περιμένοντας κάποια στιγμή που από εκείνη και έπειτα θα είμαστε ευτυχισμένοι. Δημιουργούμε έτσι τις στιγμές, ώστε κάθε στιγμή να είμαστε –όσο γίνεται- εντάξει με αυτό που κάνουμε και παράλληλα να πηγαίνουμε προς κάτι πιο ωραίο. Δεν κοιτάμε μόνο το από που θέλουμε να φύγουμε, αλλά κυρίως το που θέλουμε να πάμε. Δεν ονειρεύομαι έναν αόριστα καλύτερο κόσμο με αγάπη, λουλούδια και κούνιες. Κυνηγάω την αλήθεια και την πραγματικότητα, την μη-υποκρισία. Τη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Ξέρω ότι όλο αυτό είναι μια μάχη, θέλει θάρρος, πόνο, προσπάθεια, οργάνωση. Θα πεθάνουμε υποταγμένοι ή θα πολεμήσουμε ελεύθεροι. Μάχη ή θάνατος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Και δεν εννοώ ότι θα πολεμήσουμε μέχρι το θάνατο, εννοώ ότι αν δεν πολεμήσουμε, θα έρθει ο θάνατος.

Να μιλήσουμε μεταξύ μας, να σκεφτούμε, να αποδεχθούμε το διαφορετικό, να κάνουμε κοινά σχέδια, να περιγράψουμε την ζωή και τον άνθρωπο όπως τα φανταζόμαστε ο καθένας, να οργανώσουμε τις προσπάθειές μας, να τις εφαρμόσουμε στην πράξη, να τις βελτιώσουμε ξανά και ξανά, να βρούμε ποιά είναι τα πράγματα που όλοι μισούμε, να τα διώξουμε από γύρω μας και πρώτ’ απ’ όλα από μέσα μας, να κλέψουμε χώρο από την υποκρισία και τη μικρότητα. Να γίνουμε όπως θα θέλαμε να είναι και οι άλλοι, να επικοινωνήσουμε όπως θα θέλαμε να είναι η επικοινωνία, να κάνουμε τα πράγματα όπως θα θέλαμε να είναι. Μόνα τους δεν θα γίνουν.

Να φτιάξουμε άτυπες κοινότητες και ανθρώπινες αγέλες. Σε παλιά μεγάλα σπίτια προλεταριακών γειτονιών, σε ελεύθερες αυτόνομες κοινότητες στα βουνά, σε μικρές αυλές της επαρχίας. Με συνείδηση και ετοιμότητα. Αν δεν προσπαθήσουμε καν και ο καθένας μείνει μόνος του, θα αντισταθεί όσο μπορεί, ανάλογα με τις δυνάμεις του και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα ηττηθεί και θα παραδοθεί, αφού όλα θα είναι εναντίον του. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντιληφθεί το απίθανο της νίκης του και απλώς θα τα παρατήσει.

Να βρούμε αν υπάρχουν πράγματα που μας ενώνουν και να δούμε αν αρκούν. Να φτιάξουμε τις δικές μας κοινότητες που θα πολεμάνε την επέλαση της σήψης και θα φέρνουν την αλήθεια. Οργάνωση και φαντασία, τώρα, άμεσα, όσο είναι καιρός. Να φτιάξουμε βιβλία και cd, ομάδες volley, καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, μπακάλικα, ξυλουργεία, ομάδες μαγειρέματος, γήπεδα, βιολογικά χωράφια, πηγές ενέργειας, κλωστουφαντουργία, φούρνους, ελεύθερα λογισμικά, σπίτια, τα πάντα. Κυρίως, να φτιάξουμε ανθρώπινες αγέλες.

Είναι δύσκολα όλα αυτά; Ε, ναι. Μπορείς αν θες να επαναπαυθείς σε ένα «δεν πειράζει» και σε μια προσπάθεια να σώσεις ό,τι καταφέρεις. Ετοιμάσου όμως για Κυριακάτικα βραδινά τηλεσόου, διαφορετικά γυαλιά υπολογιστή και διαβάσματος, άπειρα νεύρα, μποτιλιαρίσματα στην επιστροφή απ’ τη δουλειά, τηλεκοντρόλ, γιαούρτια διέτης τα απογεύματα και να είσαι σχεδόν νεκρός από τα 30 σου.


Υ.Γ.: Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση να "θυσιαστούν" τα άτομα για χάρη μιας ομάδας-κοινότητας. Ούτε καν. Το βασικότερο είναι το άτομο, απλά εγώ λέω να ενωθούν τα άτομα σε "σύνολα ατόμων", όπου παράλληλα ο καθένας θα διατηρεί τη δική του ακεραιότητα.

-C. Lupus