μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

25.7.17

deep blue

Καλοκαίρι 2016, χαμένη σε ένα νησί της Ελλάδας μακριά από την Αθήνα-Μπλε- Ξυπνάω αφυδατωμένη. Τα μάτια μου καλά-καλά δεν έχουν ανοίξει μα η επιθυμία μου για νερό με οδηγεί έξω από τη σκηνή. Οι άλλοι κοιμούνται του καλού καιρού. Αυτή είναι η αγαπημένη μου ώρα να επισκέπτομαι τη θάλασσα, όταν είμαι μόνη μου. Κοντά στο σημείο που έχουμε στήσει έχει μια πηγή από όπου ρέει νερό δροσερό και πεντακάθαρο-καμία σχέση με το νερό που έχουμε συνηθίσει να πίνουμε. Κάθε πρωί που πίνω νερό, νιώθω σαν να ξαναγεννιέμαι.

Ξεδιψασμένη πια, κατευθύνομαι προς τη θάλασσα. Τα γυμνά μου πόδια τσουρουφλίζονται στην καυτή άμμο κι επιταχύνουν τη διαδρομή μου. Σκάει το παγωμένο νερό του πρωινού στα ακροδάχτυλα των ποδιών μου και τώρα ξυπνάω στ' αλήθεια. Βγάζω τα ρούχα μου και τρέχω μέσα γυμνή. Το νερό είναι πεντακάθαρο, παγωμένο, ήρεμο και μπλε. Βυθίζομαι μέσα του και κολυμπάω στα ανοιχτά. Νιώθω το νερό να με καθαρίζει από όλη τη βρωμιά της χρονιάς που πέρασε. Κολυμπάω όσο πιο βαθιά μπορώ. Τόσο βαθιά που με δυσκολία μπορώ να διακρίνω τις σκηνές μας στην παραλία. Τότε είναι που αφήνομαι εντελώς. Αφήνω το σώμα μου ελεύθερο. Ξαπλώνω ανάσκελα ρίχνοντας κρυφές ματιές στον ήλιο κι επιπλέω. Αφήνω τα μικρά κυμματάκια της θάλασσας να με μετακινούν ελαφρώς από το ένα σημείο στο άλλο. Με πλένουν, με ηρεμούν, με ταξιδεύουν. Αφήνομαι.

Εκεί στα βαθιά αφήνω τις σκέψεις που με έχουν κατά καιρούς βασανίσει να φύγουν μακριά. Το σώμα μου, η ψυχή κι ο νους μου απελευθερώνονται. Όλη μου η ύπαρξη ξάφνου ταυτίζεται με το βαθύ μπλε της θάλασσας, λησμονεί πρόσκαιρα την ανθρώπινη υπόσταση της και την περιφρονεί. Κάποιες τέτοιες στιγμές, κάθομαι και σκέφτομαι τι σκατά έχω κάνει στη ζωή μου κι ειλικρινά απορώ. Εγώ ήμουν ή μήπως κάποιος άλλος που τα έκανε όλα αυτά; Έδωσα εγώ φέτος Πανελλήνιες; Και τέτοια. Και πραγματικά δεν είμαι απόλυτα σίγουρη διότι εκείνη τη στιγμή όλες οι λεπτομέρειες που διέπουν και καθορίζουν τον ανθρώπινο βίο γίνονται σταγόνες νερού μιας απέραντης μπλε θάλασσας.

Να την πάλι αυτήν τη σκέψη. Από ώρα σε ώρα νιώθω ότι θα χτυπήσει το ξυπνητήρι μου, θα είναι 7 η ώρα το πρωί και θα πρέπει να ετοιμαστώ για το σχολείο. Να τρέξω αγουροξυπνημένη προς το ψυχρό προαύλιο, να χάνω την ώρα μου σε κενές αίθουσες διδασκαλίας περιμένοντας να μεταβώ στις άλλες, του φροντιστηρίου. Θα χρωστάω μία έκθεση εδώ και δύο εβδομάδες και δεν θα προλάβω να την γράψω από τις 2 που σχολάω μέχρι τις 4 που έχω μάθημα. Οπότε ας την γράψω στο σχολείο! Άλλωστε, τι καλύτερο έχω να κάνω τις ώρες που έχουμε μαθήματα γενικής;

"Ξύπνα!" σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι. Η Τρίτη Λυκείου τελείωσε, οι Πανελλήνιες πέρασαν, τα αποτελέσματα βγήκαν, όλα τελείωσαν. Τόσο απλά. Ξανά αφήνω το νερό να με χτυπήσει στα μούτρα μπας και συνέλθω. Χα! Και τώρα μου σκάει στο νου η εξής ιστορία.

17 Απριλίου. 29 μέρες πριν αρχίσουν οι Πανελλήνιες. Μετρούσα τότε τις μέρες και τις ώρες, βλέπεις. Διαγώνισμα στην Έκθεση, το τελευταίο ήταν κιόλας, νομίζω. Είχαμε μπουχτίσει στα κωλοδιαγωνίσματα κάθε Κυριακή. Θα μου πεις, έτσι δεν είναι η Τρίτη Λυκείου; Τέλος πάντων, ναι. Καμία όρεξη δεν έχω πάλι να γράφω μαλακίες για την έξαρση της νεανικής παραβατικότητας -γιατί άραγε;- ή για την έλλειψη ανθρωπιστικής παιδείας -σχήμα οξύμωρο.Σκάω καθυστερημένη κλασικά κι άπειρα ξενερωμένη. Η ημέρα είναι πανέμορφη. Έχει έρθει η άνοιξη για τα καλά. Στο δρόμο για το φροντιστήριο παρατηρώ τα λουλούδια που έχουν ανθίσει, ακούω τα πουλιά να κελαηδούν και ξάφνου μυρίζω παντού άνοιξη. Δίχως να το πολυκαταλάβω, αρχίζω το τραγούδι. "Θα'ρθει μια μέρα που θα αφήσω αυτόν το φόβο πίσω μου, θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά." Κάποιοι με κοιτούν περίεργα, άλλοι χαμογελούν και παίρνουν δύναμη από το τραγούδι μου.

Φτάνω λοιπόν με μία κλεμμένη από την απογοήτευση όρεξη στο φροντιστήριο και ξαπλώνω στον καναπέ της εισόδου. Παρατηρώ ότι λείπουν τα μισά άτομα. Θα διαβάζουν ίσως. Πόσο πια; Ποιος ξέρει; Μέχρι κι η γραμματέας έχει βαρεθεί να μας βλέπει. Περιμένουμε μάταια μπας και φανεί κάποιος άλλος, αλλά τίποτα. Έτοιμη ήμουν να με πάρει ο ύπνος περιμένοντας. Μην τα πολυλογώ, μας μοιράζονται εν τέλει τα διαγωνίσματα. Το θέμα λοιπόν δεν ήταν ούτε ανθρωπισμός ούτε αποκλίνουσα συμπεριφορά και τα σχετικά. Ήταν η φιλία. Ε όχι σκέφτομαι. Δεν θα μας κλέψουν μέχρι κι αυτό για να το κάνουν συστημική γνώση. Δεν είχα που δεν είχα καθόλου όρεξη εκείνη την ημέρα, αυτό με αποτέλειωσε. Σηκώνομαι λοιπόν,  λέω "δε νιώθω καλά" και την κάνω. Για πού όμως;

Ο καιρός έχει φτάσει, σκέφτομαι. Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος, ο ήλιος άρχισε να σιγοκαίει, το καλοκαίρι πλησιάζει κι η θάλασσα μας περιμένει. Τρελή ιδέα θα μου πεις μα γιατί όχι; Και στο κάτω κάτω, ό,τι θέλω εγώ θα κάνω. Παίρνω λοιπόν τη Νέλλη τηλέφωνο η οποία πρέπει να μην είχε ξεμεθύσει ακόμα από την προηγούμενη νύχτα. "Θάλασσα; Εσύ είσαι η θάλασσα, ρε μαλάκα!" Αυτό μου είπε. Ο άλλος έδινε Ιστορία, η άλλη υστερικά μου υπενθύμισε ότι δίνουμε σε λιγότερο από μήνα. Τελικά μόνο η Αλίκη μου φάνηκε κάπως θετική.

Τρέχω λοιπόν στο σπίτι μου, παίρνω την κιθάρα, λέω "Πάω στης Νέλλης για διάβασμα. Θα αργήσω!" Παίρνω και μια εξάδα μπύρες, παίρνω και το λεωφορείο για να συναντήσω την Αλίκη.

"Που σου ήρθε;" μου λέει.

"Δεν ξέρω πώς μου έσκασε. Ξέρεις τώρα τη σχέση μου με τη θάλασσα." της απαντάω. 


Δεν είπαμε και πολλά. Ένα λεωφορείο πήραμε και φύγαμε. Όση ώρα ήμασταν στο λεωφορείο σκεφτόμουν ότι εκείνη τη στιγμή υποτίθεται ότι θα έπρεπε να γράφω μία έκθεση για τη φιλία ενώ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να περάσω χρόνο με τους φίλους μου και οι Πανελλήνιες δεν μου το επέτρεπαν να είναι όπως θα ήθελα.

Φτάνουμε λοιπόν. Δε μιλήσαμε πολύ ούτε στη διαδρομή του λεωφορείου ούτε πηγαίνοντας με τα πόδια ως εκεί. Δε χρειαζόταν κιόλας άλλωστε. Η σιωπή αυτή δεν ήταν από εκείνες που δημιουργούν αμηχανία αλλά από αυτές που δημιουργούν ηρεμία. Καθόμαστε σε ένα σημείο απόμερο, αφήνουμε τα πράγματα μας, ανοίγουμε δύο μπύρες, η Αλίκη στρίβει τσιγάρο, εγώ κοιτάζω ήρεμα και μελαγχολικά τη θάλασσα. Ασυναίσθητα ξεκινώ και πάλι να τραγουδώ. "Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο." Η Αλίκη χαμογελά και μπαίνει κι αυτή στο "Δεν θα περάσει ο φασισμός!". Τραγουδάμε και κοιτάμε μαζί τη θάλασσα.

"Νιώθω ότι κάτι μου έχουν κάνει. Δεν ξέρω." λέω εγώ.

"Τι εννοείς;" με ρωτά εκείνη πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα της.

"Δε νιώθω τόσο 'εγώ' πια. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Κάτι δεν πάει καλά. Τον τελευταίο καιρό απλώς τρέχω. Χωρίς να θυμάμαι καν το γιατί."

"Όλοι οι άνθρωποι τρέχουν. Στο μετρό, στους δρόμους, στη δουλειά. Τρέχουν για να ξεχάσουν. Για να ξεφύγουν από μία αλήθεια που τους τρομάζει. Την προσωπική τους αλήθεια. Τρέχουν για να μη σκέφτονται και να μην αισθάνονται. Η ταχύτητα αυτή τους δίνει νόημα σε ό,τι κάνουν."


"Αφού τρέχω", λένε, "δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν." Διότι μόνο η ραθυμία είναι πράγμα αδικαιολόγητο. Διότι μόνο ένα μεσημέρι του Αυγούστου στην Ικαρία δικαιολογείται το να μην κάνεις τίποτα. Άλλωστε, μετά από τόσο τρέξιμο το δικαιούσαι, σωστά;" Μπορείς να μου δώσεις μια τζούρα;

"Ξέρεις έχει γράψει κι ο Κούντερα για την ταχύτητα. Αν το σκεφτείς έλεγε, τρέχουμε για να ξεχάσουμε κάτι δυσάρεστο που μόλις βιώσαμε κι έτσι απομακρυνόμαστε χρονικά από αυτό. Από την άλλη, όταν τρέχουμε μηχανικά στο δρόμο και θέλουμε να θυμηθούμε κάτι, ασυναίσθητα επιβραδύνουμε το βήμα μας. Ρε είναι λογικό να χάθηκες σε όλο αυτό το τρέξιμο. Άρχισες χωρίς να το καταλάβεις να τρέχεις μακριά από τον εαυτό σου, μακριά από εσένα κι έτσι οι αναμνήσεις άρχισαν να χάνονται στο στροβίλισμα της ταχύτητας."


"Γαμώτο", απαντώ ξεφυσώντας. "Γαμώτο. Γαμώτο. Είναι όλα τόσο αντιφατικά και παράλογα. Βαρέθηκα αυτό το τρέξιμο."

Τρέχω. Αυτή τη φορά όχι για να προλάβω ένα λεωφορείο ούτε για να πάω στο μάθημα καθυστερημένη. Δεν τρέχω μηχανικά αγνοώντας οποιαδήποτε ύπαρξη τρέχει δίπλα μου. Τρέχω για να ξεφύγω. Όχι από την αλήθεια, αλλά από αυτήν τη ρημάδα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ουρλιάζω σαν τρελή και πέφτω στη θάλασσα με τα ρούχα. Γελάω δυνατά, τόσο δυνατά. Πόσο καιρό είχα να ακούσω αυτό το γέλιο; Κολυμπάω. Όσο μπορώ δηλαδή με έναν τόνο βρεγμένα ρούχα κολλημένα πάνω μου. Το παγωμένο ανοιξιάτικο νερό με ξυπνά από τη λήθη. "Δεν θα με δείτε να πέφτω..." φωνάζω. Κι έτσι βγαίνω τουρτουρίζοντας.

Καθίσαμε στην παραλία ως το σούρουπο. Ήπιαμε όλες τις μπύρες και δεν ξανάπαμε τίποτα. Μονάχα τραγουδήσαμε παρέα με τον ήχο μιας κιθάρας και των κυμάτων της θάλασσας. Την ημέρα εκείνη, 29 ημέρες πριν τις Πανελλήνιες, δε διάβασα τίποτα και ξαφνικά θυμήθηκα όλα τα 'γιατί' που με βασάνιζαν. Τρέχω δήθεν κυνηγώντας το επάγγελμα των ονείρων μου. Μα εγώ θέλω μόνο να τραγουδώ. Αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η Κυριακή, ίσως χανόμουν εντελώς ανάμεσα σε γράμματα και σκέψεις. Μα μέχρι το τέλος υπήρξε το στήριγμα μου αυτή η παρόρμηση, αυτή η συζήτηση κι η εμπειρία. Μουσκίδι κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα και τραγουδούσα. Η ταχύτητα σταμάτησε. Και ύστερα πάλι ο χρόνος πέρασε και χάθηκα μα εγώ πια κρατούσα σφιχτά στις χούφτες μου τα χρώματα που μου ταιριάζουν. Φαντάσου ωστόσο την έκφραση μου όταν το θέμα της έκθεσης στις Πανελλήνιες ήταν πράγματι η φιλία...

"Ελεύθερα ψηλά, πολύ ψηλά πετώ κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου." 
Η ελευθερία είναι όντως κατάσταση του νου. Πραγματική ελευθερία σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει αλλά η σκέψη δεν έχει όρια. Τα κύματα με απομάκρυναν αρκετά. Ξυπνώ για τα καλά και κολυμπώ προς την παραλία. Τα παιδιά έχουν ξυπνήσει, γελούν, φτιάχνουν καφέδες, λένε βλακείες και κανείς δε βιάζεται. Τρέξαμε όλοι -ο καθένας με τους δικούς του ρυθμούς- έχοντας ανάγκη όλοι από μια καλοκαιρινή ραστώνη. Από ένα τίποτα για το οποίο κανείς δε σου ζητά εξηγήσεις. Ύστερα από όλο αυτό το τρέξιμο άλλωστε το δικαιούσαι, σωστά;

"Η ζωή δεν είναι μόνο ένας τραχύς αγώνας, είναι παιχνίδι φαντασίας εξ ίσου. Όση ανάγκη έχουμε να επιβιώσουμε, άλλο τόσο έχουμε ανάγκη και να ζήσουμε."
Όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, σκέφτηκα, όσα κι αν κερδίσουμε ή χάσουμε, πάντα θα σκάει ένα κύμα στο ακρογιάλι και ο ήλιος θα ζεσταίνει τις ψυχές μας.


-Dontknow

8.7.17

αντάρτισσα

Στη βραδινή τη βάρδια, μονάχη στέκει
στο πλάι σκέτα τ’ όπλο της βαστά γερά.
Απ’ του βουνού τις ξερολιθιές, ακέραια κρατά
στη γη βαθιά, πέτρα χωμένη να θυμίζει
λίγο που ξεπροβάλλει, τον ήλιο ν’ αντικρίζει.

Σε τούτους τους βουβούς καιρούς
που τα μυρμήγκια βασιλεύουν
εκείνη αρπάζει τη θαμμένη λεβεντιά
να φυλαχτεί από της σήψης την πολιορκία.

Από οικοδομές χορταριασμένες δραπετεύει
κι απάνου στης κορφής τις αγριάδες
τους λύκους κάνει φίλους της
βγάζουν τα ρούχα τους μαζί
και χτίζουν αγκρέμιστα καταφύγια.

Με μάτια που ξέρουν
με μάτια φουντωμένα
μια σκούρα σκοτεινή βραδιά
μπάρκο σκαρώνει τολμηρό
μονάχη στα βουνά να περπατά
της λευτεριάς αποζητά τις χάρες.
Τη μάχη, λέει, θα τη συνεχίσει
φράχτες, παλάτια θα γκρεμίσει
περήφανη αντάρτισσα, κάποτε θα γυρίσει.

Στην τελευταία τους βραδιά
στερνό τραγούδι αντηχεί
όρκος γι’ αντάμωμα σφιχτός.

Πριν φύγει η πρώτη σφαίρα από την κάννη
θα είναι σίγουροι καλά
στης μάχης τ’ αλμυρά νερά
κανείς δικός τους μην πεθάνει.

-C. Lupus


*η "αντάρτισσα" εχει πρωτοδημοσιευτεί στον "Ψεύτικο Ντουνιά"

25.6.17

γλέντι σλίτζι


Ως σλίτζι, από την αρχή σχεδόν, μας ενδιέφερε να μην μείνουμε ούτε μόνο στο blog, ούτε μόνο στα έντυπα. Το γλέντι αυτό, χρονικά, είναι το πρώτο από μια σειρά διαφόρων πραγμάτων που είναι να γίνουν και που, αν όλα πάνε καλά, θα διευρύνουν σιγά-σιγά τους χώρους που "ακουμπάμε".

Οτιδήποτε κάνουμε, απ' το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, αποτελεί παράλληλα και ένα κάποιο σημάδι για να δούμε αν ο τρόπος που σκεφτόμαστε τα πράγματα λειτουργεί και είναι όμορφος.

Την Πέμπτη 29 Ιουνίου λοιπόν, στο Κομπρεμί στα Πετράλωνα, στις 7 το απόγευμα ελάτε να τα δούμε από κοντά. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη και θα υπάρχει ζωντανή παραδοσιακή μουσική, φαγητό και ποτό. Θα υπάρχουν επίσης αντίτυπα του "Ψεύτικου Ντουνιά".

Ευχαριστούμε το Κομπρεμί που μας δέχτηκε, ευχαριστούμε τα παιδιά που θα παίξουνε και ευχαριστούμε όποιον βοήθησε ή θα βοηθήσει με όποιον τρόπο.

Τα λέμε εκεί!


*Χάρτης για το μαγαζί.

**FB event.

17.6.17

φεγγάρι φεγγαράκι


Ολημερίς ο ήλιος γυρεύει να κρυφτεί
του φεγγαρόφωτου, να μην τονε προφτάσει.
Γιατί δεν κοντοστέκει για μια βραδιά, γιατί;

Φεγγάρι φεγγαράκι, που πας γιαλό γιαλό
αυτόν που βούτηξε στη λίμνη να σε πιάσει
τον είδαν οι διαβάτες, τον είπαν πελελό

Της χάρτινης γαλέρας φουσκώνει το πανί
στο μαύρο πέλαγος να βρει μαργαριτάρι
στη θάλασσα πατάει, τη δέχοντ’ οι ουρανοί

Ο ήλιος θα την κάψει τη χάρτινη Αργώ
κι ύστερα θα πατώ το χώμα σου φεγγάρι
εγώ ο καπετάνιος και ο τρελός εγώ.

-ψ.ψ.

Υ.Γ.: Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από την ταινία μικρού μήκους We need to get to the moon.

10.6.17

great traditional greek bargains


- 100% original traditional "poopies" of Greek goat are for SALE. "Poopies" have gathered one by one from the most famous mountains of Greece, like Olybos. A special glove that does not change their form was used. 100% authentic. 50€/poopie (diameter ~1cm)

- FOR SALE jar which contain SUN from Santorini 300mL for 220€ money. Do not open because the sun will be get one with the sun of your city, so it will lose its worth and greek energy.

- Our greatest bargain is a glass of wine (not the high one, the other, the oldschool) that had been used for years from TRADITIONAL greek grandfathers. The glass were for 25 years in a small "cafe" in Monemvasia and it is telling that the Andreas Papandreou had drink wine from there. price: 2.000€

 - Final offer for the most ecomonical-comfort tourists, is a small aquarium with variety of greek fishes (like barbounia, tsipoures, gavrous, lithrinia k.o.k.). But this is not a usual small aquarium, because instead of sea water it contains CRETAN raki, mixed with krokos Kozanis and small pieces of hippophaes. 11.000€


Support the greek economy and you will not lose. Greek energy and greek spirit will get into your house and will change your everyday life into an endless journey to sun and sea.
TOURISTS FROM ALL AROUND THE WORLD: "Is avrion ta spoudaia"

-C. Lupus

26.5.17

V_1

You’re a thorn in my heart 
Spicular as is steel, cold as of grave 
Elusive, delusional like mist 
And the thought of you so tender,
so soft as the spring wind through the newborn wild roses.

Είσαι ένα αγκάθι στην καρδιά μου
Αιχμηρό όπως το μέταλλο, κρύο ωσάν από τάφο 
Ανεπαίσθητο,παραληρητικό σαν ομίχλη 
Και η σκέψη για εσένα τόσο τρυφερή,
τόσο απαλή όσο ο άνεμος της άνοιξης διάμεσα στα νεογέννητα άγρια τριαντάφυλλα.

-V


*Το μπλογκ της V: La Sirene Soupe

18.5.17

ανθογραφία

Το μερονύχτι τη σελήνη στέφει αρχόντισσά του
Κι αστέρι αν βαφτείς και νυχτολούλουδο ντυθώ
Ο ήλιος ανελέητος φονιάς του χαραμάτου
Σε βρίσκει απόδημο πουλί κι εμέ χειμωνανθό.

-ψ.ψ.

9.5.17

χρρρρτσ

 Στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Εννοώ εκεί στο δρόμο με τη σκόνη και τα τυφλά αμάξια. Ήταν ο ήλιος ντάλα όταν πέρασα απέναντι. Απ' το τίποτα οι σκέψεις έγιναν έτσι σκοτεινές και αποπνικτικές. Βάδιζα στο πλήθος με τα βαμμένα μαλλιά και του γκρίζους χαρτοφύλακες όταν με έπιασε η μανία να κρεμάσω φράουλες στα αυτιά μου και να βάψω τα δάχτυλά μου κόκκινα, αλλά τα χέρια μου είχαν μαγκωθεί στην επικύρωση εισητηρίων στα αριστερά. Κοίταξα προσεχτικά το πλήθος για να μην δω τον εφιάλτη με την κουκούλα, καραδοκεί στο προηγούμενο βαγόνι, είμαι σίγουρη γι' αυτό.
 Τώρα βαδίζω ασφαλής στο δρόμο για το σπίτι. Τα στενά είναι γεμάτα μαδημένα πουλιά που κρώζουν. Δεν με αφήνουν να περάσω. Στο δάπεδο ένα λιωμένο περιστέρι, στη θέση της καρδιάς του εξέχει ένα κόκκαλο. Από πάνω του τα πρώτα λουλούδια απλώνουν το παγωμένο χαμόγελό τους να το φάνε.
 Ακούω την ανάσα τον άρρωστων πεύκων καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι σου, ακούω τους καταρράκτες που κυλούν στο πράσινο αίμα τους, θέλω να ξεσκίσω τους κορμούς τους και να το φάω, να μην έρθω ποτέ να σε βρω κάτω απ' το μπλε φως στο μαραμένο σαλόνι σου.
 Και μεσ' τις στάλες δαγκώνω το δέξι σου χέρι και ακούω τη ζωή σου να ουρλιάζει κάτω απ' το χώμα. Εκεί που άλλωτε σε έκανα να ξαπλώσεις στα δάχτυλά σου φυτρώνουν κρινάκια και τα χωμάτινα μαλλιά σου κρέμονται στα γκρεμιά.

 Ρουφάω τη βοή των δρόμων και των μπλε αστεριών στο στήθος μου. Πόσο κοστίζει να τη χτίσω με τσιμέντο στον τοίχο; Και αν σε λίγη ώρα το τσιμέντο και η άσφαλτος σπάσει; Εάν τα άρρωστα δέντρα πέσουν και τα λουλούδια τρέξουν να φάνε τους ανθρώπους?

-φούτου μούτου

30.4.17

σόλες

Μακάρι, δυο φορές πιο πολύ να πηγαίνουμε στον τσαγκάρη.
Να μας φτιάχνει τις σόλες μας που θα λιώνουνε.
Γιατί τα ίδια παπούτσια θα φοράμε πάντα.
Φτιαγμένα ξανά και ξανά.
Γιατί όταν αφήσουμε τα λόγια και τις πολλές κουβέντες
δυο φορές πιο πολύ θα λιώνουν οι σόλες.
Κι όσο λιώνουν, εμείς θα τις φτιάχνουμε πιο καλές, με καινούρια υλικά.
Και θα φτάνουμε πιο κοντά
σε κείνο που δεν ξέραμε πώς να το πούμε.

-C. Lupus

*οι "σόλες" είχαν πρωτοδημοσιευτεί στον "Ψεύτικο Ντουνιά"

18.4.17

ο δρόμος

Εμπρός ο δρόμος σιωπηλός, δεν περπατούν διαβάτες
Μονάχα εγώ τον περπατώ, με τη σιωπή στις πλάτες

Αντί πλακών, ο δρόμος μου έχει παλιά ρολόγια
Τι ωροδείκτες βιαστικοί κι ατέλειωτα ανηφόρια

Κοιτάζω στον ορίζοντα, πού βγάζει διερωτάμαι
χαλί που ξετυλίγεται όσο το περπατάμε

Με κιμωλία ένα παιδί κάτι χαράζει κάτω
Κι άμα το δεις στο δρόμο σου, παίζει κουτσό κεφάτο.

-ψ.ψ.

9.4.17

ορεινό σπίτι


Τσιμεντένια αυλή μπροστά.
Χωμάτινη πίσω, όχι τόσο αυλή, πιο πολύ χωράφι, έχει πορτάκι και βγαίνει στο βουνό, για το σκύλο είναι πιο πολύ.
Μια μέρα έπιασε λαγό και τον φάγαμε για βράδυ.
Ξύλινο τραπεζάκι στην κουζίνα.
Υπνοδωμάτιο λιτό, μόνο κρεβάτι και δυο ράφια.
Τσιμεντένια αυλή και σκύλος.
Βρυσάκι στην αυλή με κουβά για το νερό του.
Σκισμένη μπάλα.
Διάφανα ποτήρια στο ντουλάπι, παλιές εφημερίδες.
Οι περισσότεροι δεν θα μένανε εδώ γιατί δεν αντέχουν τον εαυτό τους.

Ούτε και πολλοί έρχονται, καν για λίγο.
Μερικοί έρχονται.
Μ' αρέσει το σπίτι.
Το κρεβάτι είναι λίγο σκληρό αλλά εντάξει.
Ωραίο είναι το χοντρό πεζούλι στην αυλή που είναι και καναπές.
Καλά είναι γενικά.
Δεν λιώνεις αλλά σου βγάζει σιγουριά.

-C. Lupus

28.3.17

νάρκη

κι όσο οι αστοί καπνίζουν στην κουζίνα τους,
τα παιδιά τους θ' ανθίζουν έξω στο μπαλκόνι
με ρίζες γερές που θα τρυπούν το πάτωμα

να μην πέφτουν πίσω σαν τρώνε πάλι ξύλο
που βγήκαν πριν τις ειδήσεις απ' τη γλάστρα τους,
που φύτρωσε μυαλό 'κεί που θα 'χανε σκατά,
που δεν έγιναν- σαν αυτούς- κι εκείνα βλήτα


κι όσο οι τσέοι βρωμίζουν με το βήμα τους
τη γειτονιά, τα παιδιά τους θα υφαίνουνε
μετάξι γύρω-γύρω από τις μπότες τους

να μην οργώνουν τις οδούς σαν τσιφλικάδες
που βάφτισαν κάθε τετράγωνο κτήμα τους,
που πέρασαν το μαύρο ντίλντο τους για κνούτο,
που κρεμούν παιδάκια σαν σκιάχτρα στις πλατείες


κι όσο οι δικαστές γέρνουνε τις κόψεις του
σφυριού τους σε αθώους λαιμούς, τα παιδιά τους
θα παίρνουν με χείλη σα δρεπάνια το νόμο

να μην συνηθίσουμε στην πείνα για ποινές
που αδειάζει τάξεις για να γεμίσει κελιά,
που σκοτώνει κεφάλια σε ζωντανά κορμιά
που σπρώχνει παρεξηγημένους προς τις νάρκες 

-Κόμμον Άλεξ


*Το μπλογκ του Κόμμον Άλεξ: Ατένας

15.3.17

κυριακή μεσημέρι

Βρήκε την άκρη του αχανούς κρεβατιού του
και τώρα με τη μαχαίρα του σκίζει
του σπιτιού την πυκνή αδειανότητα.

Οι κρότοι των βημάτων του
σφαίρες στο αλεξίσφαιρο γιλέκο της σιωπής.

Το παράθυρο τραβά το βλέμμα του σαν τηλεόραση:

χρώμα και κίνηση που στάζουν
στις αυστηρές γκρι γραμμές των τετράγωνων τοίχων.

Μα
πίσω από το γυαλί
είναι εκείνος που βρίσκεται σε ένα κουτί εγκλωβισμένος.

-ψ.ψ.

3.3.17

ο σκύλος δαγκώνει

Σχεδόν όλοι προσπαθούμε να εξηγήσουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους με βάση τον εαυτό μας και τα όσα έχουμε δει. Μπορεί να μην είναι απολύτως επιτυχημένες οι κριτικές μας, αλλά δεν υπάρχει και κάποιος τρίτος, «εξωτερικός», για να μας τα πει φουλ αντικειμενικά και σωστά. Οπότε οι δικές μας γνώμες είναι το περισσότερο που έχουμε. Πάμε.

Η Ελλάδα καταρρέει. Σε σχεδόν όλους τους τομείς και όχι μόνο στην οικονομία. Τα μόνα στα οποία τα πάμε κάπως καλά είναι το ότι οι φασίστες παίρνουν πόδι απο τις περισσότερες περιοχές και το ότι κρατάμε ένα ψιλοκαλό επίπεδο μη-ξενερωσύνης και μη-ρομποτοποίησης, σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικές χώρες τουλάχιστον.

Δεν ξέρω, αυτό που λέω κατάρρευση μπορεί να μην είναι ακριβώς κατάρρευση, αλλά μία σχετικά μόνιμη κατάσταση που κρατάει εδώ και πολλά χρόνια, ίσως και ανέκαθεν. Μπορεί και το 1850 τα ίδια να έλεγα, μπορεί και όχι. Δεν έχει όμως τόση σημασία αυτό. Η ουσία είναι το ότι αισθάνομαι συχνά και έντονα ακριβώς το ότι «δεν ανήκω εδώ». Και δεν είμαι 14, οι μόνες μου εμπειρίες δεν είναι η μαμά μου, το σχολείο και τα Public, οπότε μπορώ να το πώ με μία αρκετά μεγάλη σιγουριά, δεδομένου και του ότι όσο περνάνε τα χρόνια μάλλον θα ανήκω ακόμη λιγότερο «εδώ». Επίσης το πρόβλημα μου δεν είναι η Ελλάδα, στις περισσότερες χώρες θα «άνηκα» ακόμη λιγότερο.

Υπάρχουν κάποια κοινά ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε όλα τα πράγματα που έχω κάνει, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που νιώθουν (αν ακόμη νιώθουν να είναι κάτι), είναι φοβισμένοι και παράλογα διστακτικοί, δεν είναι αληθινοί-αυθεντικοί-ειλικρινείς, έχουνε χάσει τον ευατό τους και τις ελπίδες τους.

Να το πω πιο καθαρά, είναι σαν έναν σκύλο ο οποίος κάθε που έβγαινε από το σπίτι του του επιτίθονταν άλλοι σκύλοι, του γάβγιζαν, τον κυνηγούσαν και ενίοτε τον δάγκωναν άσχημα και πλέον δεν περναέι παρά σπάνια την εξώπορτα και όταν το κάνει, κοιτάει διαρκώς γύρω του, τρέμει από φόβο και γυρνάει πίσω όσο πιο γρήγορα μπορεί. Πίσω στο σπίτι του, προσπαθεί να καλύψει την ανασφάλειά του με ψέματα και δειλές παραδοχές («δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν έχεις δει πόσο άγριοι είναι;»), να αποδεχτεί το ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε αυτό το κωλόσπιτο και να βρει λόγους για να δικαιολογήσει υποκριτικά την μιζέρια του («καλύτερα είναι εδώ, τι να πας να δεις εκεί έξω έτσι κι αλλιώς, σπίτια και δέντρα έχει»). Βαθιά βαθιά στο μυαλό του όμως διψάει για τους κόσμους που υπάρχουν έξω από τα κάγκελά του και όλη η αλήθεια βρίσκεται στο ηττημένο βλέμμα του, κάθε φορά που μετά τα πρώτα 2-3 βήματα πέρα από την πόρτα ακούει τα γαβγίσματα και τρέχει πάλι πίσω. Βρίσκεται στην μαραμένη ουρά του που έχει ξεχάσει πως να κινείται ή, ακόμη χειρότερα, που κινείται μόνο κάθε που του πηγαίνει το αφεντικό φαί, έχοντας λησμονήσει τις παλιές φλογερές μέρες.

Τι να κάνει όμως ο σκύλος, είναι δεδομένο ότι αν βγει θα τον φάνε, δεν έχει επιλογές, πρέπει να αποδεχτεί την κατάσταση και να ζήσει όσο πιο καλά μπορεί μέσα σε αυτήν.

Προφανώς όχι. Ο σκύλος μπορεί να βρει άλλους δέκα σκύλους με το ίδιο πρόβλημα, να κάνουνε γυμναστική και να προπονηθούνε λίγο καιρό και μετά να βγούνε όλοι μαζί και να τους γαμήσουν το σπίτι. Οι άνθρωποι να βρούνε άλλους παρόμοιους με αυτούς, να συμφωνήσουνε σε δέκα πράγματα που τους καλύπτουνε όλους, να οργνανωθούνε και να προπονηθούνε και μετά να πάνε να τους γαμήσουν το σπίτι.

Η αλλαγή δεν είναι μία στιγμή, μπαμ και τέλος. Είναι διαρκής διαδικασία, συμβαίνει συνεχώς και κάθε στιγμή κρίνονται τα πάντα. Δεν ζούμε περιμένοντας κάποια στιγμή που από εκείνη και έπειτα θα είμαστε ευτυχισμένοι. Δημιουργούμε έτσι τις στιγμές, ώστε κάθε στιγμή να είμαστε –όσο γίνεται- εντάξει με αυτό που κάνουμε και παράλληλα να πηγαίνουμε προς κάτι πιο ωραίο. Δεν κοιτάμε μόνο το από που θέλουμε να φύγουμε, αλλά κυρίως το που θέλουμε να πάμε. Δεν ονειρεύομαι έναν αόριστα καλύτερο κόσμο με αγάπη, λουλούδια και κούνιες. Κυνηγάω την αλήθεια και την πραγματικότητα, την μη-υποκρισία. Τη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Ξέρω ότι όλο αυτό είναι μια μάχη, θέλει θάρρος, πόνο, προσπάθεια, οργάνωση. Θα πεθάνουμε υποταγμένοι ή θα πολεμήσουμε ελεύθεροι. Μάχη ή θάνατος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Και δεν εννοώ ότι θα πολεμήσουμε μέχρι το θάνατο, εννοώ ότι αν δεν πολεμήσουμε, θα έρθει ο θάνατος.

Να μιλήσουμε μεταξύ μας, να σκεφτούμε, να αποδεχθούμε το διαφορετικό, να κάνουμε κοινά σχέδια, να περιγράψουμε την ζωή και τον άνθρωπο όπως τα φανταζόμαστε ο καθένας, να οργανώσουμε τις προσπάθειές μας, να τις εφαρμόσουμε στην πράξη, να τις βελτιώσουμε ξανά και ξανά, να βρούμε ποιά είναι τα πράγματα που όλοι μισούμε, να τα διώξουμε από γύρω μας και πρώτ’ απ’ όλα από μέσα μας, να κλέψουμε χώρο από την υποκρισία και τη μικρότητα. Να γίνουμε όπως θα θέλαμε να είναι και οι άλλοι, να επικοινωνήσουμε όπως θα θέλαμε να είναι η επικοινωνία, να κάνουμε τα πράγματα όπως θα θέλαμε να είναι. Μόνα τους δεν θα γίνουν.

Να φτιάξουμε άτυπες κοινότητες και ανθρώπινες αγέλες. Σε παλιά μεγάλα σπίτια προλεταριακών γειτονιών, σε ελεύθερες αυτόνομες κοινότητες στα βουνά, σε μικρές αυλές της επαρχίας. Με συνείδηση και ετοιμότητα. Αν δεν προσπαθήσουμε καν και ο καθένας μείνει μόνος του, θα αντισταθεί όσο μπορεί, ανάλογα με τις δυνάμεις του και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα ηττηθεί και θα παραδοθεί, αφού όλα θα είναι εναντίον του. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντιληφθεί το απίθανο της νίκης του και απλώς θα τα παρατήσει.

Να βρούμε αν υπάρχουν πράγματα που μας ενώνουν και να δούμε αν αρκούν. Να φτιάξουμε τις δικές μας κοινότητες που θα πολεμάνε την επέλαση της σήψης και θα φέρνουν την αλήθεια. Οργάνωση και φαντασία, τώρα, άμεσα, όσο είναι καιρός. Να φτιάξουμε βιβλία και cd, ομάδες volley, καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, μπακάλικα, ξυλουργεία, ομάδες μαγειρέματος, γήπεδα, βιολογικά χωράφια, πηγές ενέργειας, κλωστουφαντουργία, φούρνους, ελεύθερα λογισμικά, σπίτια, τα πάντα. Κυρίως, να φτιάξουμε ανθρώπινες αγέλες.

Είναι δύσκολα όλα αυτά; Ε, ναι. Μπορείς αν θες να επαναπαυθείς σε ένα «δεν πειράζει» και σε μια προσπάθεια να σώσεις ό,τι καταφέρεις. Ετοιμάσου όμως για Κυριακάτικα βραδινά τηλεσόου, διαφορετικά γυαλιά υπολογιστή και διαβάσματος, άπειρα νεύρα, μποτιλιαρίσματα στην επιστροφή απ’ τη δουλειά, τηλεκοντρόλ, γιαούρτια διέτης τα απογεύματα και να είσαι σχεδόν νεκρός από τα 30 σου.


Υ.Γ.: Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση να "θυσιαστούν" τα άτομα για χάρη μιας ομάδας-κοινότητας. Ούτε καν. Το βασικότερο είναι το άτομο, απλά εγώ λέω να ενωθούν τα άτομα σε "σύνολα ατόμων", όπου παράλληλα ο καθένας θα διατηρεί τη δική του ακεραιότητα.

-C. Lupus

17.2.17

κοιτάζει απ’ το παράθυρο της φυλακής του έξω

Κοιτάζει απ’ το παράθυρο της φυλακής του έξω:
δυο περιστέρια ψάχνουνε για φαγητό τα έρμα
οι αμυγδαλιές νανούρισαν στο χώμα τα παιδιά τους
της μάνας Γης και κλέβουνε τα δυο πτηνά το σπέρμα

Τους σπόρους τούς ταΐζουνε στα νεογέννητά τους
τ’ αυγά να παρατήσουν και να φύγουν για τον ήλιο
κι αν τα φτερά του απρόσεκτου πιλότου θα καούνε
τ’ αδέλφια του θα ξέρουν να μην πάθουνε το ίδιο

Τα δόντια του θηρίου μες στο αίμα κολυμπούνε
ένα συντρόφι του θρηνεί το πένθιμο κοπάδι
το αίμα στάζει στην καρδιά του δολοφόνου μέλι
φαΐ στο πιάτο θα ‘χουν τα μικρά του για το βράδυ

Ο εμπρηστής του Φοίνικα την ευζωία του θέλει
κι ο δολοφόνος του Ίκαρου είν’ της ζωής ο φάρος 
ο Θεός άμα πεινάσει καταπίνει ένα παιδί του
κι ο πιο μεγάλος θαυμαστής της ζήσης είν’ ο Χάρος

Στα ξαφνικά θυμάται τι μικρό που ειν’ το κελί του
και Πλάτωνα πως φώναζαν τον συγκρατούμενό του
πως κάποια μέρα εκείνος του ‘πε «φεύγω, πάω να παίξω»
και πως η φυλακή του ήταν απλώς το σπήλαιό του.

-ψ.ψ.

7.2.17

το βράδυ εκείνο που με πήρε ο ύπνος πάνω στο φεγγάρι


Το παράθυρο του δωματίου μου ήθελα πάντα να ‘ναι ανοιχτό. Η μαμά με φώναζε χαϊδευτικά κλειστοφοβική και εγώ ρωτούσα δήθεν ανήξερα, και πάντα τσαχπίνικα και σκερτσόζικα, τι σημαίνει «κλειστροβοβική». Η μαμά γελούσε γλυκά, με αγκάλιαζε και με φιλούσε στο μάγουλο. Ήταν το αγαπημένο μου φιλί. Καθόταν μαζί μου μέχρι να με πάρει ο ύπνος- ή να κάνω ότι με έχει πάρει- νανουρίζοντάς με με τα τραγούδια και τα παραμύθια της. Στο χωριό την επαινούσαν για την φωνή της και την ομορφιά της. Ήμουν σίγουρη πως τα ψηλά βράχια και οι απόκρημνες σπηλιές που περικύκλωναν το χωριό μας την λάτρευαν και την προστάτευαν. Δεν ήθελαν να χάσουν αυτή τη συντροφιά, που έδιωχνε μακριά τη μοναξιά τους.

Με τη θάλασσα ήταν ερωτευμένες. Η μια, πάντα, πολύ συχνά δίπλα στην άλλη, να την ακουμπάει διστακτικά, να τη χαϊδεύει και να της σιγοτραγουδάει. Όταν η θάλασσα είχε της μαύρες της, της φώναζε και την έβρεχε νευρικά. Η μαμά πάντα όμως ήταν υπομονετική μαζί της. Απομακρυνόταν ένα – δυό βήματα απ’ αυτήν και της χαμογελούσε. Η θάλασσα πάντα, στο τέλος, γλύκαινε.

Εγώ ήμουν ερωτευμένη με το φεγγάρι. Έτσι έλεγα και διαλαλούσα στο χωριό, ότι μια μέρα θα πατήσω το πόδι μου πάνω σ’ αυτό και θα φτιάξω μια τεράστια παιδική χαρά. Η γιαγιά χασκογελούσε, χτύπαγε το χέρι της απάνω στο τραπέζι και φώναζε στη μαμά να μαζέψει την λωλοπαρμένη κόρη της. Και τα άλλα παιδιά γελάγανε, εκτός από τον Θωμά που ‘ξερα πως κι αυτός το ίδιο θέλει αλλά φοβόταν να το πει. Ακόμη και σε μένα! Και τον φώναζα δειλό τότε και αυτός έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Σκεπτόμουν πως στο ολοστρόγγυλο φεγγάρι θα χωράει μεγαλύτερη παιδική χαρά απ’ ότι στο μισοφέγγαρο που παραπονιόμουν πως δεν θα χώραγε τίποτα. Πάντως, το λάτρευα. Και το κοιτούσα από το παράθυρο μου όταν πλάγιαζα για να με πάρει ο ύπνος.

Τα καλοκαίρια όλα ομορφαίνουν, έλεγε η μαμά, και ήταν αλήθεια. Η θάλασσα και το φεγγάρι έβαζαν τα καλά τους και μας έκαναν και τις δυο να χάνουμε τα λογικά μας. Τα βράδια του καλοκαιριού, μετά το παραμύθι και αφού είχα παίξει εκπληκτικά το ρόλο της κοιμισμένης, σηκωνόμουν για να ‘χω καλύτερη θέα, ακουμπούσα με τα χέρια στο πρεβάζι φτιάχνοντας μαξιλαράκι και το κοιτούσα. Αυτό ήταν πάντα ντροπαλό και λιγομίλητο και συχνά άλλαζε την εμφάνιση του. Πάχαινε, αδυνάτιζε, άλλαζε ρούχα και από λεπτό και τρυφερό μπλέ, γινόταν παχουλό και ροδαλό, τσαχπίνικο κόκκινο.
Η μαμά μου ‘χε πει μια μέρα ένα παραμύθι για το φεγγάρι και ένα παιδί. Το παιδί, λέει, κατάφερε να πάει στο φεγγάρι και κει συνάντησε μια κούνια από την οποία έβλεπε όλο τον κόσμο. Ζήλεψα αυτό το παιδί και ήθελα να το βρω και να το ρωτήσω τα πάντα, να μου μάθει πώς πας στο φεγγάρι. Ζήτησα ανέλπιστα από την μαμά κάποια πληροφορία και ‘κείνη μου αποκρίθηκε πως πρώτα, πριν απ’ όλα, πρέπει να βρω την θάλασσα. Μου σύστησε να την γνωρίσω και μου εκμυστηρεύτηκε πως πιστεύει ότι η θάλασσα σίγουρα θα ξέρει.

Την επόμενη μέρα την επισκέφτηκα. Κάθισα πάνω στην αμμουδιά και άρχισα να παίρνω χούφτες άμμου στα χέρια μου και να απολαμβάνω την κάθοδο των κόκκων από πάνω προς τα κάτω. Μικροί εύθραυστοι πύργοι από άμμο, ίσα που προλαβαίνανε να χαρούν τον ουρανό και την θάλασσα, αμέσως εξαφανίζονταν, και ‘γω λυπόμουν και πίστευα σε έναν ολόκληρο πολιτισμό μικροσκοπικών πλασμάτων που κατοικούσε σ’ αυτούς και που άδικα χανόταν. Τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια αργότερα μου φαινόντουσαν πάντοτε χαρούμενα.

Μια χούφτα είχε κάτι που με τσίμπησε και έτρεξε αίμα. Βιάστηκα να το γλείψω και να απαλλαχτώ από τον πόνο αλλά μάταια. Ακούμπησα την παλάμη κάτω, να πλυθώ και κοίταξα την θάλασσα. Άρχισαν να βρέχονται τα πόδια μου. Ήταν απόγευμα, σε λίγο ο ήλιος θα έδυε και εγώ φοβόμουν την θάλασσα τη νύχτα, φοβόμουν το εκτενές μαύρο που απλωνόταν μπροστά μου και γινόταν ένα με τον ουρανό. Αυτή, προς έκπληξή μου, ήταν πολύ ήρεμη και συνέχισε να με δροσίζει. Με ακουμπούσε απαλά και το υδάτινο άγγιγμά της ήταν σαν να με προσκαλεί σε παιχνίδι. Με τράβηξε σιγά σιγά από τον ώμο προς το μέρος της.  Βρέθηκα ολόκληρη μέσα σ’ αυτήν να κολυμπάω ενώ ήταν θέμα λίγων λεπτών να βραδιάσει και να βγει το φεγγάρι. Ήλπισα στιγμιαία να ‘ρθει κι αυτό να παίξει μαζί μας, χωρίς όμως να λογαριάσω το πόσο ντροπαλό είναι, έτσι υπέθετα. Αποκλείεται, σκέφτηκα, και απογοητεύτηκα. Η θάλασσα το κατάλαβε, με φίλησε ατσούμπαλα και με πήρε στην αγκαλιά της.  Ύστερα από λίγο είχα ήδη αποκοιμηθεί.

Όταν ξύπνησα ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και γεμάτος αστέρια. Ήμουν ανάσκελα πάνω στην θάλασσα. Τα αστέρια ήταν πάρα πολλά και έκαναν τον ουρανό να μοιάζει ότι φοράει τα καλά του. Έψαξα με το βλέμμα μου το φεγγάρι. Ήταν εκεί. Μπλε μισοφέγγαρο. Ένιωσα ότι ήμασταν πολύ κοντά. Η θάλασσα με σήκωσε ελαφρώς με το κύμα της και πρόσεξα πως το φεγγάρι είχε σχηματίσει πάνω της κάτι διάσπαρτες, άμορφες, ασημένιες λίμνες. Έλαμπε και πίστευα πως με καλεί να το συντροφεύσω. Κολύμπησα μέχρι την πρώτη λίμνη που έπιασε το μάτι μου. Κολυμπούσα και μέσα στο νερό έβλεπα από πάνω μου τον ουρανό, τα αστέρια, σαν μικρές λαμπερές σφαίρες που με παρακινούσαν να συνεχίσω. Η θάλασσα μου ανακάτεψε τα μαλλιά και με αποχαιρέτησε. Σύντομα άκουσα κάποιο ψίθυρο. Ήταν ο άνεμος. Με έσφιξε στην αγκαλιά του. Η λίμνη πάνω στην οποία βρισκόμουν απομονώθηκε από την υπόλοιπη θάλασσα και άρχισε να αιωρείται πάνω από την επιφάνεια της. Ο άνεμος με βαστούσε  και ξεκίνησα να ανεβαίνω προς το φεγγάρι. Όποτε έχανα ελαφρώς την ισορροπία μου, αυτός με έσφιγγε όλο και πιο σφιχτά καθησυχάζοντας με με το όμορφο τραγούδι του. Τραγουδούσε υπέροχα. Κάποιες σιγανές και διστακτικές φωνές συμμετείχαν κι αυτές. Όσο ανεβαίναμε γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές. Ήταν τα αστέρια στον ουρανό. Τα αστέρια από κοντά έμοιαζαν με λαμπερά πουλιά και κελαηδούσαν τόσο όμορφα. Με πλησίασαν και με το ράμφος τους πολλά μαζί με πήραν από την αγκαλιά του ανέμου, που με παραχώρησε με τυφλή εμπιστοσύνη σ’ αυτά.

Η Γη φαινόταν μικρή και τα αστέρια όσο πλησιάζαμε το φεγγάρι χαμήλωναν την ένταση του τραγουδιού τους. Ένα απ’ αυτά, μάλλον το πιο ανυπόμονο με άφησε από το ράμφος του και ξεκίνησε να τραγουδάει μόνο του στο φεγγάρι για τον ερχομό μου. Τα άλλα γέλασαν και ένα το φώναξε να επιστρέψει. Επέστρεψε αμέσως, ενώ εγώ έβλεπα ξεκάθαρα πλέον το φεγγάρι από κοντά. Ήταν θέμα λίγων λεπτών να έρθουμε κοντά.

Τα αστέρια με αφήσανε μόλις φτάσαμε δίπλα του και πέταξαν προς το διάστημα. Κοιταχτήκαμε. Ήταν γλυκό και αμήχανο. Του χαμογέλασα. Του ‘πιασα το χέρι και το έσφιξα στο δικό μου. Φάνηκε να νιώθει αμέσως πιο άνετα. Μου χαμογέλασε αρχικά ντροπαλά και μετά πλατιά και άγαρμπα. Μου ‘δειξε με το χέρι του ευθεία. Δεν πρόσεξα κάτι. Συνέχισε να μου δείχνει πιο πεισματικά αυτήν την φορά. Συγκέντρωσα το βλέμμα μου και πρόσεξα μια ξύλινη κούνια πάνω στην επιφάνεια του, στο πάνω άκρο του μισοφέγγαρου. Περπάτησα μέχρι εκεί και την περιεργάστηκα. Είχε θέση για ένα μόνο άτομο και φαινόταν άφθαρτη. Είχε σκαλισμένα στο πάνω μέρος της αστέρια, ενώ τα πόδια της ήταν διακοσμημένα με ανάγλυφα κύματα. Ανέβηκα πάνω της. Από ‘κει έβλεπα όλον το κόσμο. Τα αστέρια πετούσαν και κάποια απ’ αυτά -τα ομορφότερα, με τις μακριές ουρές- πέφτανε στο κενό σχηματίζοντας γαλάζιες και φλόγινες γραμμές στο μαύρο διάστημα. Μια μελωδία έφτασε στα αυτιά μου. Το φεγγάρι σιγοτραγουδούσε. Με έσπρωξε απαλά στην πλάτη και ξεκίνησα να ταλαντεύομαι. Το σύμπαν, όλο, ήταν μπροστά μου.

Σαν έρθουν κάποτε καιροί, των κλεψυδρών κουρσάροι
ανήλιαγα απογεύματα, νύχτες χωρίς φεγγάρι

Ένα θυμήσου μοναχά, στις γκρίζες καταιγίδες:
τούτες στη χούφτα να κρατείς γερά τις αλκυονίδες

Και στην κουρτίνα τύλιξε, για το κακό χαλάζι
τ’ αέρι του απόβραδου, τ’ ασήμι στο περβάζι

Και πλάι στην αυλόπορτα, έχε καλά θαμμένο
το καλοκαίρι το παλιό, τ’ ονειροκεντημένο

Θυμήσου επάνω στο νερό, ψιθύρων μονοπάτια
από μετάξι περσικό ασημοσκαλοπάτια

λουσμένα μ’ αστερόσκονη, τα νεροκορφοβούνια
απόμερη στη ράχη μου, μια σκουριασμένη κούνια

του αγεριού του νοτικού, τη δροσερή του χτένα
τη συντροφιά που σου ‘κανα και έκανες σε μένα.

Κατέβα τώρα τα σκαλιά, αστεροκαβαλάρη
και κρύφ’ τα πάλι αθόρυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι

Κι ένα στερνό πριν κατεβείς: τον κόσμο τον γαλάζιο
χάντρα στον δίνω, φυλαχτό, και στο λαιμό στον βάζω

τις χειμωνιάτικες βραδιές, να ‘χεις να ψηλαφίζεις
τις εποχές που σου άνηκε και πια δεν τον ορίζεις.


-Αγγέλας & Ψηλέας Ψογκ


27.1.17

ΜΑΖΙ μ' αλήτες, αγίους και τρελούς

Το σλίτζι δεν είναι μόνο blog, δεν είναι ανεπίσημος εκδοτικός όμιλος, δεν είναι ούτε καλλιτεχνική ομάδα, δεν είναι οργάνωση. Είναι, θα λέγαμε, κάτι σαν μια άτυπη κοινότητα.

Βασίζεται στην όρεξη, στην πρωτοβουλία, στη συμμετοχή, στην υπευθυνότητα, στη θέληση, στην προσωπική επαφή. Δεν προσφέρουμε τέχνη και δεν παράγουμε θέαμα. Δημιουργούμε, εκφραζόμαστε, περνάμε καλά, δοκιμάζουμε πράγματα, εξελλίσουμε τους εαυτούς μας και τις σχέσεις μας.

Παράλληλα, είμαστε ανοιχτοί -και κάτι παραπάνω- στο να μας στέλνετε ό,τι θέλετε και να συμμετέχετε όπως θέλετε. Από το να στείλετε κείμενα, αυτοκόλλητα και φωτογραφίες, μέχρι το να πάρετε βιβλία να μοιράζετε στην πόλη σας, από το να μας προτείνετε ιδέες και να μας βοηθήσετε σε κάτι που κάνουμε, μέχρι το να σας βοηθήσουμε εμείς σε κάτι που θέλετε να κάνετε. Και, φυσικά, όσο περισσότερο κάνουμε μαζί πράγματα, τόσο χάνονται το «μας» και το «σας» και γίνονται σλίτζι.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όποια πρόταση και αν κάνετε εμείς θα την δεχτούμε. Ένα απαραίτητο κριτήριο είναι αυτό που προτείνεται να «ταιριάζει» και ένα ιδανικό είναι να νιώθετε τον εαυτό σας κομμάτι του σλίτζι, ακόμη κι αν προς το παρόν δεν είστε. Συγκεκριμένα, εάν ήδη σας έχει περάσει από το μυαλό η συμμετοχή με κάποιο τρόπο, τότε θα ‘στε χαζοί αν διστάσετε.

Μία «άτυπη κοινότητα» χάνει το νόημα της αν δεν αλληλεπιδρά με τους «γύρω» της και αν οι «γύρω» της δεν μπορούν να γίνουν «εντός» της.


Φιλιά!

10.1.17

απόκληρος

Πάλι τα μάτια μας δακρύσαν άθελά μας
πάλι τα πόδια μας αφήσανε το χώμα
πάλι μας ξέχασε στη φτωχογειτονιά μας
κι άδειο από εμάς ξεμάκρυνε, μονάχο του, το σώμα

Περνούν οι τόποι μας μπροστά μας σαν ταινία
πρόσωπα, θύμισες, στιγμές που δεν θα ‘ρθούνε
κοιτάμε πίσω μας σα φεύγουν μία-μία
τις τρώει ο ορίζοντας κι απ’ την αχλή κοιτούνε

Τα πόδια μας αλλού, αλλού οι συνειρμοί μας
τα βρύα στο δεντρί δεν ξέρουν πού να βγούνε
ένα μας όνειρο θαμπό στη διαδρομή μας
τ’ ακολουθούν οι σόλες μας, μα να το βρουν αργούνε

Κι όσο επιπλέουμε σαν αδειανό καράβι
χαμένα γράμματα στο δρόμο οι αγκάλες
που ο παραλήπτης τους ποτέ δε θα τα λάβει
κι ας κουβαλούνε τις μικρές, των βλέφαρών μας στάλες.

-ψ.ψ.