μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

28.10.16

αμφιλύκη

Mε δυο τρένα δυο αγόρια
δυο κορίτσια με βαπόρια
φτάνουνε τέλη του μήνα
και θα σμίξουν στην Αθήνα.

Δυο οι αγκαλιές των φίλων
τα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
δυο φιλιά των ερωτύλων
κι οι χειμώνες μακριά τους.

Tα χαμόγελα ως τ’ αυτιά τους
οι χειμώνες μακριά τους
χαραυγή, στο μάτι τσίμπλα
και οι άνθρωποί τους δίπλα.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
κι ούτε καταλάβαν πότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πρώτο δείλι από τότε.

Τι να πρόλαβαν να ζήσουν;
-πώς μετριέται η ζωή σου;-
Μια ζωή στου Φιλοπάππου
έρημη ταράτσα κάπου

μια καρέκλα σ’ έναν κέδρο
Αμοργού ρακή ψημένη
άλλη μια ζωή στον Κέδρο
και μισή στην Αμιένη

Τέσσερις ζωές στην Κρήτη
μια ταινία σ’ ένα σπίτι
το Σαλό ή το Λα Νότε;
Πρώτο δείλι από τότε.

Σε στρατώνες με τη Μπέλλου
με το Νίκο στο καΐκι
μυστικό του οινομέλου:
η ζωή μιαν αμφιλύκη.

Μήνες τρεις κοντά περάσαν
πρώτο σούρουπο από τότε.
Τα ματόκλαδα σκουριάσαν,
πότε βράδιασε, για πότε;

Απαρχές του μαύρου μήνα
φεύγουν τώρα απ’ την Αθήνα
δυο κορίτσια με βαπόρια
με δυο τρένα δυο αγόρια. 
-ψ.ψ.

19.10.16

ράμδα, λο


 Το δέρμα μου είναι απαλό και λείο. Δερματική τελειότητα. Απουσία τραχύτητας. Αποπνέει ηρεμία. Φυσικό. Λευκό.  Μισώ τις ενυδατικές κρεμούλες, αυτές είναι μόνο για το κουτάλι μου. Εξαιρετικό βραδινό, κυρίες μου. Με προσοχή, όμως, δεν θέλουμε φούσκωμα. Το βαριέμαι εύκολα το δέρμα μου. Παίρνω ένα ξυράφι κι αρχίζω να το ξύνω. Ξεκινάω από κάτω προς τα πάνω. Ανάποδα. Πιάνω το πόδι μου με το ένα χέρι σφιχτά και με το άλλο το ξυράφι μου.  Η λεπίδα να διεισδύει και να το ξεριζώνει. Τρίμματα δέρματος να πέφτουν στο πάτωμα. Μικροί και εύθραυστοι δερμάτινοι πύργοι. Σομόν απόχρωσης με λίγο κόκκινο. Λατρεύω το κόκκινο σε οτιδήποτε. Γίνεται να μην έχουν οι πύργοι μου; Κάθε μέλος του σώματος αντιστοιχεί και σε μια δερμάτινη, νωπή από το αίμα πυραμίδα. Τις τοποθετώ σε όμορφα γυάλινα βάζα με ετικέτες, για να τις ξεχωρίζω, και τις κρεμάω στο ταβάνι. Θέλω το στόμα μου ελεύθερο, όπως το μυαλό μου. Θέλω οι πύργοι μου να είναι είναι αγνοί, ανέγγιχτοι, αμόλυντοι. Μόνο σομόν και κόκκινο. Δεν θέλω τα χρώματα σας. Απαγορεύεται η είσοδος. Θέλω να ακούω τις φωνές και τις σιωπές μου. Όχι, δεν χρησιμοποιώ πετσέτα για να βουλώσω το στόμα μου. Άμα θέλω να με ακούσει όλη η πολυκατοικία, με ακούει. Κοιτάω τις πληγές μου. Μα δεν είναι απαίσιες; Τι μου έκανα; Κι όχι δεν θα φορέσω αύριο μακριά ρούχα. Κοντά κι αέρινα,Κύριε. Δεν κρύβω κάτι. Δεν έχω και και κάτι να κρύψω.  Με υποτιμώ. Δεν το περίμενα, ίσως, να σπάσει το ξυραφάκι. Να βρει κόντρα στο πέρασμα της η λεπίδα μου πέτρα. Τραχιά, σκληρή και μαύρη. Αυτό έχω μέσα μου; Την περιεργάζομαι με τα μάτια μου και χάνω την όραση μου. Ώστε, έτσι, είναι να είσαι τυφλός; Αφή! Ναι, ναι. Κόπηκα. Κάτι μυτερές κορυφές μου 'κοψαν το χέρι. Το δεξί. Τι να το κάνω το αριστερό ρε; Τέλος πάντων. Παίρνω το σπαθί μου, το κρατάω με τα πόδια μου και κόβω το άλλο χέρι. «Ή ένα ή κανένα. Μαζί και στη ζωή μαζί και στο θάνατο.» Αυτά μου ψιθύρισε το αριστερό χέρι για το δεξί λίγο πριν με προτρέψει να το σκοτώσω. Τι ρομαντικό, η γάτα μου κρυφάκουγε και συγκινήθηκε. Πλημμύρα, οι πύργοι μου παρασύρονται από το αίμα μου. Το πέρας της εποχής των πυραμίδων ήρθε και το έφερα εγώ. Εγώ τις γέννησα, εγώ θα τις σκοτώσω. Αφαιρώ τη ζωή απ’ ότι γεννώ πριν αυτό να βρει τρόπο να με σκοτώσει. Δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα, δεν το αφήνω. Γεννάω συνέχεια. Μεγάλα, χοντρά, κλαψιάρικα μωρά. Μέρα με τη μέρα γίνονται όλο και πιο λαίμαργα, βγάζουν νύχια και τρώνε λίγο από μένα. Ψάχνω να κρυφτώ. Βρήκα κάπου. Ησυχία. Γεννάω. Τώρα. Η πιο δύσκολη γέννα της ζωής μου. Δεν πήγα μέχρι το μαιευτήριο, βαριόμουνα. Πεινάει πολύ. Ξύπνησα ιδρωμένος. Γύρω μου τα παιδιά μου. Χα! Δεν ήταν όνειρο, το 'ξερα. Αρπάζω την κουβέρτα μου και σκεπάζομαι. Φοβάμαι και φωνάζω.Παρήχηση του φ. Μα γιατί το κρεβάτι μου είναι τόσο μεγάλο; Κλαίω. Τα 'κανα πάνω μου. Α, να το αρκουδάκι μου. Δεν έχει σπαθί πια για να σκοτώσει τα τερατώδη μωρά. Κλαίει κι αυτό στην αγκαλιά μου. Ένα κοκαλιάρικο χέρι εμφανίζεται από το κάτω μέρος του κρεβατιού,αρπάζει το αρκουδάκι μου και το τρώει.  «Σεισμός!», η πολυκατοικία κατέρρευσε και έμεινε μόνο το κρεβάτι μου. Προσπαθούν να ανεβούν πάνω. Τα καταφέρνουν. Μα τι ηλίθιος που ‘μαι. Δεν με ήξερα καλά. Κλείνω τα μάτια, νιώθω τα δόντια τους στη σάρκα μου. «Σ’αρέσει;» μου ψιθυρίζει κάποιο ηδονικά, σχεδόν σεξουαλικά, στο αυτί όσο εγώ φωνάζω από τον πόνο. Βρήκα τι μισώ περισσότερο στον κόσμο. Τα δάκρυα αρχίζουν και καίνε τα μάγουλα μου. Περιέχουν οξύ σε υψηλή περιεκτικότητα είδα στο μπουκαλάκι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πέφτω κάτω. Βρίσκομαι στα ερείπια της πολυκατοικίας. Η απέναντι βλέπω καρφώθηκε στον λαιμό από τον νεροχύτη. Τι ηλίθια, μα πως τα κατάφερε; Πάντα καταφέρνω και με εντυπωσιάζω. Ακόμη να μάθω πρώτες βοήθειες. Τέλος πάντων, της βγάζω την βρύση απ’ το λαιμό,την τυλίγω με το κασκόλ μου, να μην φαίνονται οι πληγές, κι ορίστε, τίποτε δεν άλλαξε.

-Μωρό μου, με παντρεύεσαι;
-Μόνο για σήμερα, ναι.

Αχ ήμασταν τόσο ερωτευμένοι έπρεπε να μας βλέπατε.


                                                                                                                       -Αγγέλας 

9.10.16

Αλκυονίδες

"ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν θα τα κάνουν όλα σκόνη
θα 'ρχεται κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει"
Μόχα, Π. Παυλίδης


χτισμένη απ' των βράχων τα συντρίμια
δεν τη χωρά κανένας χάρτης
καθρέφτες όλο σπάει με το κεφάλι
κλαιν τα κορίτσια απ' τη ζωή που ξεχειλίζει
στην πορφυρή την εκκλησία της Αστάρτης
θεν για μαλλιά λυμμένα γλειφιτζούρια

φέρνουν τον ήλιο μ' ένα σύρμα τον κρατάνε
όλες ξυπόλυτες και πιο μπροστά η Ερεβώνη
ολόβρεχτες από τη μαγική τους ζάλη
μ' αφετηρία μια γωνία της Μονμάρτης
σπάνε τ' αγάλματα και μένει μόνο σκόνη
σκορπά στον άνεμο και διώχνει την ομίχλη

μπαίνουν στη θάλασσα μ' αέρα μανιασμένο
τρέχουν γκρεμίζουνε του κόσμου κάθε φάρο
πετάν τις φλόγες τους σ' όλο το ακρογυάλι
με μάτια κατακόκκινα κοιτά ο Δίας απ' το μπαλκόνι
ξέρουν η Γη πως δεν θα ξαναδεί ποτέ φουγάρο
πως τα παιδιά θα μένουνε παιδιά το βασιλιά να σφάζουν

ξεφτίλισαν τον χρόνο τη ζωή τ' ακοίμιστα κορίτσια
μένουν μονάχα οι στιγμές που ο χορός αρχίζει
το σκουλαρίκι κρέμεται απ’ το γυμνό αφάλι
καθάρια μάτια στα ψηλά, ανάβουν το τσιγάρο
τη γλώσσα έξω σε καθέναν που νομίζει
τους ουρανούς μετρήσανε κι είδαν πως δεν τις φτάνουν

-C. Lupus