μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

30.5.16

αμυγδαλιά

Αμυγδαλιά που ντύθηκες
απόψε στα καλά σου
και στων μεγάλων τη γιορτή
σαν κοριτσιού το κομφετί
σκορπίζεις τη χαρά σου

Είδες και δε θυμήθηκες
δυο μάτια κουρασμένα
πως η ποδιά σου η λευκή
είχε μια θέση μαλακή
κάποτε και για μένα.

-ψ.ψ.

20.5.16

άνθος αραβοσίτου

Καθόμουνα δίπλα στην Ελένη. Εκείνη ήθελε να χωρίζουμε το θρανίο στη μέση, να 'χουμε τη μεριά μου και τη μεριά της, και να μην τα μπλέχνουμε. Γιατί, άμα, λέει, περάσω τη μεριά της, θα κάνει το χέρι μου κόκκινο. Εγώ ούτε δέχθηκα μα ούτε κι αρνήθηκα. Η Ελένη ζωγράφισε μια χοντροκομμένη γραμμή στο θρανίο και έγραψε με τεράστια γράμματα στη μεριά της ΕΛΕΝΗ με καρδούλες. Για μένα αυτά δεν σημαίνανε τίποτα, κι ήξερα πως δεν θα τολμούσε να μ' αγγίζει αν -δήθεν- παραβίαζα τον κανόνα της. Στοίχιζε την γόμα, την ξύστρα και το μολύβι της πάνω δεξιά στη μεριά της. Στοίχιζε και το βιβλίο. Είχε και τέσσερις μαρκαδόρους σε διαφορετικά χρώματα, για να υπογραμμίζει. Κάθε σειρά στο βιβλίο με διαφορετικό χρώμα- κι ούτε που τις κοίταζε ποτέ. Η πλευρά μου ήτανε πιο φτωχή. Δηλαδή, ήτανε όση χρειαζόταν να είναι. Το μολύβι μου κι η γόμα μου. Και το βιβλίο. Τέλος. Η Ελένη κορόιδευε. Δεν είχε, λέει, η μαμά μου λεφτά. Γι' αυτό φοράω μόνο κορδέλες και δεν κουρεύομαι. Γι' αυτό δεν έχω μαρκαδόρους και ξύστρες. Επειδή δεν έχει λεφτά η μαμά μου. Εγώ δεν συμφωνούσα ούτε διαφωνούσα. Ήξερα, βέβαια. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, αν απαντούσα, θα παραδεχόμουν την ήττα μου. Στα μάτια της, δηλαδή. 

Η δασκάλα, χαμπάρι. Ρωτούσε για τον Διόνυσο και τον Ποσειδώνα. Τα αγόρια παίζαν ποδόσφαιρο, τα κορίτσια βόλει κι εγώ καθόμουν δίπλα στο παράθυρο και τους χάζευα γιατί "είχα πονόκοιλο". Κάθε Παρασκευή μας έδινε έναν μαθηματικό γρίφο να τον λύσουμε ως την Δευτέρα, και τότε γινόμουν χαρούμενη. Σκαρφάλωνα στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν το γρίφο ως να κλείσουν τα μάτια μου. Στους χειρότερους εφιάλτες, η Ελένη με κυνηγούσε με ένα τεράστιο μαρκαδόρο για να με υπογραμμίσει. Δεν έτρωγα γλειφιτζούρια και μαλλί της γριάς, και το χειρότερο δώρο ήταν τα ρούχα- το καλύτερο οι κούκλες. Και οι μπάλες. Οι μπάλες είχαν τέλειο ήχο όταν τις κλωτσούσες. Ή τις πετούσες με τα χέρια. Είχα μια συλλογή κορδέλες. Το χειρότερο χρώμα ήταν το ροζ, το αγαπημένο άλλαζε από εποχή σ' εποχή. Με κορίτσια δεν έπαιζα γιατί ήμουν αγοροκόριτσο και με αγόρια δεν έπαιζα γιατί ήμουν κορίτσι. Μια φορά η Ελένη ήρθε στο σχολείο βαμμένη. Με μέικ- απ και τέτοια. Γελάσαν όλοι. Εκείνη έβαλε τα κλάμματα και μας είπε πως δεν έχουμε ιδέα από μόδα. Η χειρότερη λέξη ήταν η μόδα. Η καλύτερη, η "βαρκατρουλοπετρολινοτσοκαρεκλοποδαριά". Επειδή ήταν τεράστια· κι επειδή δεν σήμαινε τίποτα. 

Τραγουδούσα. Στο δωμάτιό μου και στον δρόμο κι όποτε είχα τα κότσια. Ποτέ μπροστά σ' άλλους. Μόνο στη Μουσική, στο σχολείο- τότε το φχαριστιόμουν που τραγουδούσα όσο δυνατά μου 'κανε κέφι. Φορές- φορές η δασκάλα σταματούσε απότομα να παίζει για να δει ποιος ειν΄ αυτός ο κατεργάρης που τραγουδάει τόσο δυνατά και χαλάει τη μελωδία· το 'χα όμως μάθει και φρόντιζα να χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου όταν χρειαζόταν. Οι τοίχοι στο σπίτι λες κι ήταν χάρτινοι· η μάνα μου μ' άκουγε πάντοτε· χωρίς ποτέ να τ' αποκαλύψει. Ήξερε, βέβαια, την ντροπή μου. 

Μ' άρεσε ένα αγόρι, τον έβλεπα κάθε πρωί να περνά απ' το σπίτι, πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία κι όμως οι δρόμοι μας διασταυρώνονταν. Θα 'τανε ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερος. Δε μιλήσαμε ποτέ μα ούτε που μ' ένοιαξε· έφταν' ο ενθουσιασμός αυτής της μηδαμινής, μα καθημερινής μας συνάντησης. Στα καλύτερα όνειρα, παίζαμε μπάσκετ και νικούσα στα καλάθια. Πλέον, θυμάμαι μόνο τ' αθλητικά του κι αυτήν τη μπάλα που στερέωνε κάτω απ' το μπράτσο του τις μέρες με ήλιο. Όχι το πρόσωπο. Ποτέ το πρόσωπο. 

Είχα φίλους όλα τ' αδέσποτα -σκυλιά, γατιά- της γειτονιάς, ποτέ όμως δεν τόλμησα όμως να ζητήσω να φέρουμ' ένα στο σπίτι. Μια φορά μονάχα είχαμ' ανεβεί ως το μπαλκόνι μου με τη Νόρα -τ' αγαπημένο μου γατί- για να της δείξω, λέει, την θέα. Μ' έπιασ' η μάνα μου στα πράσα και με κάθισε μια ώρα στον καναπέ, αυτή να ψέλνει πως "δεν μπορούμε να θρέψουμε ένα ακόμα ζωντανό σ' αυτό το σπίτι" κι εγώ, με πείσμα, να επιμένω, με μόνο επιχείρημα το κλάμα μου, πως έχω ανάγκη έναν φίλο. Έπαιξα και το θέατρό μου· καμωνόμουνα επιδεικτικά, μπροστά της, πως έχω φανταστική φίλη· πως κάνουμε τα πάντα μαζί και τα συναφή. Τίποτα η μάνα μου. Μόνο που την εκνεύριζε το πείσμα· κατά τ' άλλα, ήξερε την πονηράδα μου. 

Έκλαιγα, ναι, 'ντάξει. Όχι όσο τώρα. Έκλαιγα πιο λίγο. Κι όταν έκλαιγα, γευόμουνα τα δάκρυα με τη γλώσσα και μου 'φτιαχνε η διάθεση. Ύστερα ξάπλωνα στο κρεβάτι και με 'παιρνε ο ύπνος ανάλαφρα. Αν φοβόμουν, κρυβόμουν πίσω απ' τις κουρτίνες· κι όταν, κάποτε, πέτυχα καταλάθος μια σκηνή με σεξ στην τηλεόραση, έτρεξα κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας πανικόβλητη και ντροπιασμένη. Τα μάγουλά μου δεν κοκκινίζανε μα ένιωθα την μύτη μου να τσούζει πολύ εύκολα. 

Κι αν τώρα, κάπου- κάπου, ξυπνήσω μες στη νύχτα ιδρωμένη και τρομαγμένη, θα 'ναι ένα απ' αυτά τα περίεργα όνειρα· πως χάνω το δρόμο για το σχολείο και δεν μπορώ πια να γυρίσω στο σπίτι· πως ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου κι είναι γεμάτη με τρομακτικούς ψηλούς κυρίους με μακριά μούσια· ή πως η μαμά μου κάνει συμφωνία με τη μαμά της Ελένης κι ανταλλάζουνε τα ρούχα μας, κι εγώ είμαι καταδικασμένη να φοράω για πάντα τα φούξια φουστανάκια της.. 
  
Τότε, αν πλησιάσω στον νιπτήρα του μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, μ' έκπληξη θ' αντιληφθώ πως δεν χρειάζεται πια να πατώ στις μύτες για να δω στον καθρέπτη ολόκληρο το πρόσωπό μου. 

-thakrya

11.5.16

η Τζένη η Στουθοκάμηλος και ο Τσιλιφούρφουρος


Αγαπητή μου Ζηνοβία (ή αλλιώς Τζένη), 
Σου γράφω από το φτωχικό μου στους πρόποδες της οροσειράς του βασιλείου μας. Αυτή τη στιγμή μοναδική μου συντροφιά είναι το κόκκινο κρασί. Αν και βαρύς χειμώνας, έχω ένα καντήλι να με ζεσταίνει. Μπροστά όμως στην φλόγα του έρωτά μας, τι να κάνει η φωτιά ενός καντηλιού; Και ολόκληρο το βασίλειο να καίγαμε (παρέα) πάλι οι φωτιές από τα πυρωμένα ανάκτορα και τις οικίες των ευγενών δεν θα επισκίαζαν την φλόγα των δυνατών συναισθημάτων που τρέφουμε ο ένας για τον άλλον. Αχ γλυκιά μου, πάμε έστω για μια τελευταία φορά να ληστέψουμε τον βασιλιά, να ντυθούμε ευγενείς και να καταστρέψουμε μεθυσμένοι το πάρτυ της βασίλισσας, να ελευθερώσουμε όλα τα άλογα των ιπποτών, και αν αυτά σου φαίνονται πλέον επικίνδυνα, τουλάχιστον ας βρεθούμε απλά. Να κοιταχτούμε στα μάτια μονάχα. Να συγκρατήσουμε το πάθος μας. Οι έρωτες δεν ευδοκιμούν στην εποχή των ιπποτών, καλή μου. Αν θες να με δεις, ραντεβού (στα κρυφά) την τελευταία μέρα του μηνός που διανύουμε, στο πηγάδι του χωριού. 
Ο Τσιλιφούρφουρος που σ'αγαπά (πολύ) και σε χαιρετά τηλεπαθητικά με ένα φιλί στο μέτωπο.
Στις φυλακές του βασιλείου, σε ένα απομονωμένο και σκοτεινό κελί βρίσκεται η Τζένη. Βγαίνει απ' αυτό μονάχα τα μεσημέρια, για να οργώσει τα χωράφια του βασιλιά. Ο βασιλιάς καλλιεργεί πολλές μαργαρίτες. Κάθε μέρα προσφέρει στην αγαπημένη του, την βασίλισσα, και ένα μεγαλοπρεπές μπουκέτο από αυτές τυλιγμένο επιμελώς με φύλλα χρυσού. Η Τζένη έλαβε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου στα μέσα του μήνα, ένα συννεφιασμένο πρωινό. Τις το έφεραν οι φύλακες. Αμέσως αποφάσισε να πάει να τον συναντήσει, ακόμη και αν γι'αυτό θυσίαζε την ζωή της. Μόνο που 'ξερε πολύ καλά πως από την στιγμή που θα συναντιόντουσαν, δεν θα αρκούνταν μόνο στα μάτια.

Εκείνο το πρωινό βρισκόταν στα χωράφια και καλλιεργούσε τις μαργαρίτες, οι οποίες όπως πάντα της έπιασαν την κουβέντα.

-Τι έχεις σήμερα, Τζενούλα; την ρώτησε η Τασία, η πιο όμορφη μαργαρίτα.
-Τίποτα, απάντησε δήθεν αφηρημένα η Τζένη. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στις μαργαρίτες, πόσο μάλλον στην Τασία, που 'ναι γνωστή σ'όλο το βασίλειο για τον θαυμασμό που τρέφει η ίδια για την ομορφιά της.
-Μη μου λες τίποτα εμένα. Καταλαβαίνω την ψυχή του ανθρώπου εγώ. Λουλούδι είμαι, και μάλιστα πολύ όμορφο, αν δεν το έχεις προσέξει (που αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα). 
-Δεν έχω κάτι,ειλικρινά, είπε η Τζένη και όπως έκανε να σκύψει για να πιάσει με τα φτερά της την αξίνα,της έπεσε το γράμμα του Τσιλιφούρφουρου.
-Αμάν, τι' ν τούτο; Πες! Πες! Γράμμα από τον καλό σου;

Η Τζένη ήταν πολύ καχύποπτη με την Τασία, καθώς ήξερε τις στενές σχέσεις που είχε με το βασιλικό ζεύγος.

-Γράμμα από την αδελφή μου είναι. Είναι άρρωστη. Πρέπει να την επισκεφτώ, αλλά ο βασιλιάς δεν θα με αφήσει.
-Μμμμ, από την αδελφή σου; Την όμορφη;
-Ναι.
-Αχ, η καημενούλα! Οι αρρώστιες πάντα μας κατακρεουργούν, εμάς τις όμορφες. Είναι η κατάρα μας. Κατάλαβες, Ζηνοβία μου; Ο Θεός μας χαρίζει το δώρο της απόλυτης ομορφιάς και μετά μας το ζητάει πίσω με τον πιο πικρό και σκληρό τρόπο.

Η Τασία είχε παραδοθεί σε ένα παραλήρημα για την ομορφιά, όπως ακριβώς περίμενε η Τζένη. Έτσι, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις δουλείες της, χωρίς να είναι αναγκασμένη να απαντά στις ερωτήσεις της μαργαρίτας.

 Στο τέλος της ημέρας (και ενώ η Τασία εξακολουθούσε να εγκωμιάζει την ομορφιά της και να κλαίει για την κατάρα αυτή), η Τζένη επέστρεψε στο κελί της, όπου θα έγραφε στον αγαπημένο της.

Τσιλιφούρφουρε μου,
Βρίσκομαι στο υπόγειο των φυλακών. Εμένα με πιάσανε. Εσύ κατάφερες να τους ξεγελάσεις. Δεν σου κρατώ κακία, φυσικά. Ούτε ζηλεύω την ελευθερία σου. Και εσύ ο ίδιος ξέρεις πολύ καλά πως αν δεν τα καταστρέψουμε όλα, δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Δεν είσαι ούτε εσύ ελεύθερος, λοιπόν. Ελεύθερα είναι μόνο τα παιδιά. Και όχι όλα απ' αυτά. Μόνο εκείνα που περπατάνε ξυπόλυτα στα χωράφια, παίζοντας με ξύλινα σπαθιά, μέχρι το βράδυ, που βγάζουν την γλώσσα στους γονείς και δεν γυρνάνε σπίτι, αλλά κοιτούν τα αστέρια. Για την ελευθερία όσων την αξίζουν επιθυμώ να παλέψω, για τους εύφλεκτους. Όχι μόνη, όμως. Μαζί σου αισθάνομαι πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ραντεβού την τελευταία μέρα του μήνα. 
Σ'αγαπώ, 
Ζηνοβία

Προτελευταία μέρα του μήνα. Χωράφια Βασιλιά.

Η Ζηνοβία ήταν πλέον αποφασισμένη. Ένιωθε δυνατή και αυτό φαινόταν στα μάτια της. Τα μάτια της αισθάνονταν. Και δεν απέπνεαν οργή, θλίψη ή φόβο, όπως παλιά, αλλά δύναμη και αποφασιστικότητα. Προσπαθούσε, παρ' όλα αυτά να φαίνεται φυσιολογική  και να συνεχίσει το όργωμα των χωραφιών σαν μην πρόκειται να αλλάξει τίποτα, σαν να είναι μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Εκεί που έσκυβε να μαζέψει τα αγριόχορτα συνάντησε τον Ερνέστο,το αγριόχορτο που συνήθιζαν να μιλάνε και ήταν το μόνο που την συμπονούσε. Ήταν το μόνο που δεν μάζευε. Ο Ερνέστο παλιά είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον βασιλιά την ημέρα του γάμου της πριγκίπισσας. Δυστυχώς, όμως, οι σύντροφοί του τον πρόδωσαν και αποκάλυψαν τα πάντα στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετέτρεψε τον Ερνέστο σε αγριόχορτο, ενώ οι σύντροφοί του, πλέον, είναι ευγενείς.

-Θα φύγω αύριο. Θα συναντήσω τον Τσιλιφούρφορο στο πηγάδι.
-Το 'χω καταλάβει. Να προσέχεις, όμως. Οι μαργαρίτες δεν πρέπει να ξέρουν τίποτα για το σχέδιο σου. Αυτές θα έδιναν τα πάντα για τα διακοσμήσουν το υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, της απάντησε ο Ερνέστο.
Δεν ξέρουν τίποτα, μην ανησυχείς.
-Να προσέχεις, στο ξαναλέω. 
-Θα προσέχω.
Δεν συνέχισαν την κουβέντα. Ο Ερνέστο έκανε πως αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του ότι ίσως να μην την ξαναδεί.

Η τελευταία μέρα του μήνα έφτασε. Στο πηγάδι βρισκόταν ήδη ο Τσιλιφούρφουρος που έπαιζε σκεπτικά με μια πέτρα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν έφτασε η Ζηνοβία. Ο Τσιλιφούρφουρος της χάιδεψε στοργικά το πρόσωπο και την αγκάλιασε σφιχτά. Η Ζηνοβία απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και του έδωσε ένα μαύρο ξύλινο κουτί.

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Τσιλιφούρφουρος.
-Είναι τα όπλα μας: ξύλινα σπαθιά, πέτρες, χαρταετοί, καλοκαίρια, πειρατές, και άλλα πολλά. Έχω βάλει και μερικές κατσίκες. 
-Φεύγουμε;
-Τώρα. Πάμε να κάνουμε τους εφιάλτες τους πραγματικότητα.

Έδωσαν ένα φιλί, φόρεσαν τα μαύρα μαντήλια τους, καλύπτοντας έτσι τα πρόσωπα τους, ανέβηκαν πάνω σε δύο κατσίκες και ξεκίνησαν για το βασίλειο, ξέροντας και οι δύο ότι ή θα κέρδιζαν τα πάντα ή δεν θα είχαν πλέον τίποτα.

Είχε πλέον νυχτώσει και ο Τσιλιφούρφουρος με τη Ζηνοβία βρισκόντουσαν έξω από τα βασιλικά ανάκτορα. Άνοιξαν προσεχτικά το κουτί και μια εκτυφλωτική λάμψη πλημμύρισε το βασίλειο. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα, οι ευγενείς αμέσως τυφλώθηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Η βασιλική φρουρά πήγε να τους επιτεθεί, βγάλαν τα σπαθιά τους, φόρεσαν τις πανοπλίες τους και τρέξαν προς το μέρος τους. Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος τους πέταξαν πέτρες, κομματιάζοντας κάποιους από τους φρουρούς. Κράτησαν γερά τα δικά τους σπαθιά, τα ξύλινα, και πάλεψαν με τους υπόλοιπους. Η Ζηνοβία άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί και έβγαλε μέσα απ' αυτό τον ήλιο,πετώντας τον όσο πιο ψηλά μπορούσε.Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό, χαμογέλασε και έκαψε δυνατά, βάζοντας φωτιά σε ό,τι χρειαζόταν. Το παλάτι και τα ανάκτορα έγιναν στάχτη. Τα βασιλικά κτήματα εξαφανίστηκαν (λέγεται μάλιστα πως η Τασία, λίγο πριν πεθάνει, ρωτούσε τους πάντες αν είναι όμορφη -ήθελε να είναι ένα όμορφο καμένο λουλούδι- και ότι ο Ερνέστο κάηκε έχοντας στις ρίζες του, βαθιά, μια φωτογραφία της Ζηνοβίας), οι πιστοί υπήκοοι του βασιλιά κάηκαν κι αυτοί, τα κοσμήματα και το χρυσάφι των πλουσίων έλιωσε, ενώ την ίδια στιγμή πολύχρωμοι χαρταετοί πέταγαν ψηλά, ρίχνοντας πέτρες στους εναπομείναντες κακούς. Στο μεταξύ, οι κατσίκες απελευθέρωσαν τους φίλους της Ζηνοβίας που τους είχε κλείσει ο βασιλιάς στην φυλακή, και αμέσως μετά και τους σκλάβους και τους τρελούς που αναγκάζονταν να μένουν στους υπονόμους.

Είχαν όλα τελειώσει, είχαν γίνει όλα στάχτη. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, ο οποία ξαφνικά έσπασε με όσους απέμειναν να ξεκινάνε να παίζουν μουσική και να χορεύουν, δίνοντας ζωή σε ό, τι είχε πια χαθεί.

Η Ζηνοβία και ο Τσιλιφούρφουρος πατούσαν πάνω στις στάχτες του παλατιού. Γέλασαν δυνατά και ξεκίνησαν να παίζουν ποδόσφαιρο με το κρανίο του βασιλιά.

                                                                                     -Αγγέλας