μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

28.4.16

Άγιε Νικόλα στ' αφήνω όλα

Για 'κείνους που ζαλίζονται όταν πιάνουνε στεριά
που δεν ζητήσανε ποτέ για το κολύμπι δάσκαλο
αφήνουν στο βυθό να στάξει απ' τη ματιά τους λίγο αίμα
κι αν τους ρωτάς που πάνε, σου λένε "μακριά".

Δείξε μου σε παρακαλώ στους χάρτες ωκεανούς
που αλμύρα να μη γεύτηκε του μπράτσου μου η γοργόνα
όλο λογιέμαι το ρεμέντζο μας να λύνω πριν την ώρα
και κλαίω τα χρόνια που έχασα με κωλοστεριανούς.

-C.Lupus

11.4.16

κύκλος


Εκεί που δίνει ο ανθός τα χέρια με το Χάρο
και οι πνοές που γίνονται καπνός από τσιγάρο
στην ασταθή των σκοτεινών αβύσσων γέφυρα
παρένθεση φωτός κι ανοίξανε τα βλέφαρα

Και βλέπει απέναντι ψηλό, που τον καλούσε, όρος
μα τον κρατάει δέσμιο μακρύς ομφάλιος λώρος
Πρωτόγονα γρυλίσματα και δάκρυα παιδιού
την αλυσίδα κόβουνε τα δόντια του θεριού

Γυμνός και άοπλος προχωρά για το μακρύ ταξίδι
το πρώτο αίμα χύθηκε πριν ξεκινήσει ήδη
και πάνω στις μπορντό, που παρατά, πατημασιές
με τον καιρό φυτρώσανε λιγνές τριανταφυλλιές

Στα βράχια τα απόκρημνα, το στέρνο του ιδρώνει
για να γευτείς τα σύννεφα δε σ’ οδηγούν οι δρόμοι
Βουίζοντας, μια μέλισσα του μουρμουράει στ’ αυτί
τη διώχνει με το χέρι του. τον ρώταγε «γιατί;»

Πίνει λοιπόν τα δάκρυα και τις πληγές του θάβει
και κοκκινίσαν οι πλαγιές και μύρισαν θειάφι
μερόνυχτα στοιβάχτηκαν στα πόδια του πολλά
απάνω τους που πάταγε να φτάσει πιο ψηλά

Οι ουρανοί κουράστηκαν ν’ αλλάζουνε στολίδια
για τ' αφελή τα μάτια του. του μοιάζαν όλα ίδια
Και σαν ο ήλιος κίναγε για μια στερνή στροφή
περήφανα το πόδι του πατά στην κορυφή

«Τα σύννεφα είν’ το κάστρο μου, τ’ άστρα τ’ ασημικά μου,
οι γέφυρες και οι ανθοί και τα βουνά δικά μου»
καυχιότανε κοιτάζοντας τον κόσμο το μικρό
ώσπου έφτασε απρόσκλητο το βρόχινο νερό

Ξεπλένοντας τη σκόνη του, τ’ αρχαίο μυστικό του
να του το πει αποφάσισε το πορφυρό βουνό του
γυμνά και του ‘δειξε τα βράχια του τα κόκκινα
κι ήταν σωρός απ’ άψυχα κορμιά ανθρώπινα

Ο ήρωάς μας άφωνος κοιτάζει προς τη δύση
μαντήλι ο ήλιος του κουνά, για να τον χαιρετήσει
Mία σπηλιά στενή βρίσκει και μέσα κρύβεται
στο σκότος κουλουριάζεται και συλλογίζεται

«Χαλίκια θέλουν οι αμμουδιές, λουλούδια τα λιβάδια
στάλες νερού η θάλασσα κι η άβυσσος σκοτάδια
Χαλίκι και λουλούδι κι ήρθε ώρα να γενώ
και στάλα και σκοτάδι για το ύπουλο βουνό»

Ο ανθός κι ο Χάρος ξέρουνε πως είναι τ’ όρος ψέμα
και του σπηλαίου το τοίχωμα είναι βαμμένο μ’ αίμα
με αλυσίδα δένεται αυτός με τη σπηλιά
στ’ αφεντικά τους γύρισαν στο τέλος τα σκυλιά

Έληξε το ταξίδι του, κάποιο άλλο θα αρχίσει
τσιγάρο νέο θ’ αναφτεί μόλις ετούτο σβήσει
Γέρνει λοιπόν τα βλέφαρα, σε στάση εμβρυακή,
και όταν τα ξανάνοιξε, δεν ήταν πια εκεί.
-ψ.ψ.