μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

20.2.16

"Σε κάποια Βέρα, τέλοσπαντων..."

Ξοφλημένοι. Ξεπεσμένοι.
Η επιβεβαίωση της ήττας να μας περικυκλώνει. Ξεφτιλισμένοι.
Ο Φόβος.
Το άσπρο στους τοίχους για να κάνει αντίθεση με το μέσα μας μαύρο.
ΠΑΟΚ.
Το άσπρο στα ρούχα μας για να φαίνεται άμα κάνουμε καμιά μαλακία και γεμίσουμε αίματα.
Ολυμπιακός.
Ο γιατρός είπε ότι δεν έχω ελπίδες.
Ότι όσο ζήσω θα είναι σκατά και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι' αυτό.
Ότι η χημεία σαν επιστήμη δεν έχει προοδεύσει αρκετά για να με κάνει να νιώθω ικανοποιητικά αλλιώς απ' το πραγματικό.
Είναι δύσκολη η περίπτωσή μου.
Ο φύλακας μου είπε ότι δεν μπορώ να βγω στο δρόμο.
Και ότι έτσι κι αλλιώς έχουν περάσει 3 χρόνια απ' το τελευταιο μου επιστεκτήριο.
Και να βγω, που θα πάω;
Όταν έτρεξα προς τα έξω με έδειρε, με έδεσε στην καρέκλα και μου έκανε την ένεση.
Εκεί έχει προοδεύσει η χημεία.
Τους δίνω λευκές κόλλες και τους λέω αυτό σκέφτηκα να ζωγραφίσω.
Αλλά δεν τους περνάει απ' το μυαλό ότι μπορεί να εννοώ και χιόνια.

Ευτυχώς την τελευταία φορά ήρθε καλός κουρέας και με άφησε να τα κόψω μοικάνα.
Της αρέσαν έτσι της Βέρας. Μου έλεγε, γιατί δεν τα κάνεις μοικάνα;
Ορίστε ρε Βέρα, τα έκανα.
Αν είχες συμφωνήσει τότε που σου 'λεγα να πάμε στη Βαρκελώνη...
Κάναμε μπαζάρ, δεν ήρθες. Είχα φτιάξει κάτι μολυβοθήκες εγώ να τις πάρεις να τις βάλεις στον τάφο σου.
Πουλήθηκαν αρκετές και τώρα θα μας παίρνουν καλύτερα φάρμακα.
Εσύ Βέρα πέθανες, εγώ έχασα.

Τώρα λέω είχα άδικο που πίστευα. Τσάμπα που γεννήθηκα.
Αγαπάω τις νύχτες γιατί οι εφιάλτες διώχνουν τη μοναξιά μου.
Δεν τργουδάμε πια. Κόψαμε τις φωνητικές μας χορδές για να κρεμαστούμε.



-C. Lupus

13.2.16

φρέντο

Εκεί που κάνεις λίγο την αδιάφορη και γυρνάς το κεφάλι απ'την άλλη, ενώ μιλάει. Χαχ, και πράγματι για λίγο δυσανασχετεί, σκέφτεται μπορεί να βαριέσαι. Το βλέπεις στο πρόσωπό του, νιώθεις λίγο άσχημα.

Αααμμ, μετά.. μετά.. όχι αρκετή οικειότητα ακόμα. Μιλάει και κοιτάς και θες να τον φιλήσεις ή να τον αγκαλιάσεις, μα πως να τον διακόψεις. Άσε και τώρα μπροστά στους φίλους του. Ωωω σε τρώει. Θες να το κάνεις.

Και τότε χαράματα στο λεωφορείο που προσπαθείς να κρατήσεις τον ώμο σου όσο πιο ακίνητο γίνεται, παρά τα τραντάγματα. Μην ξυπνήσει. Τον κοιτάς, τον βλέπεις. Και βασικά βλέπεις πολλά πράγματα, αλλά δεν είσαι σίγουρη. Αλλά μάλλον τα βλέπεις. Και ξαπλωμένοι εκεί, καρφωμένα βλέμματα, σιωπηλοί. Σα να 'στε στο σινεμά. Ξαφνικά μια έντονη ανάγκη. Το νιώθεις να σκαρφαλώνει τον οισοφάγο σου. Σκέφτεσαι ότι μάλλον θα το πεις κ δε θα το καταλάβεις. Λες και είσαι ναρκωμένη. Είναι η πιο άκυρη στιγμή. Είναι μάλλον η στιγμή που θα 'λεγες ένα ασήμαντο αστειάκι, έτσι για μια μικρή έκφραση στο πρόσωπό του.

Ντάξει τελικά σηκώθηκε να κλείσει το παράθυρο. Η ανάγκη υποχωρεί για τώρα..

Μες τις μικρές σου υποχωρήσεις, το μυαλό σου για λίγο δεν υπακούει. Σα να 'χεις θυμώσει. Ντάξει όχι θυμό θυμό. Θυμούλη, μικρό. Λίγος ηλεκτρισμός. Κατάλαβες. Τόσο ώστε να 'σαι λίγο απόμακρη το βράδυ. Κι όμως ξανά το απογοητευμένο βλέμμα του με λίγη απορία. Όπως στην αρχή, μόνο λίγο διαφορετικό. Φαίνεται πως τώρα πρέπει να δικαιολογηθείς. Χαχ, μα δεν αντέχεις για πολύ. Μια κουβέντα του, μία λέξη, άσχετη λέξη. Ίσα ίσα σαν πάει να ξεκινήσει την πρόταση. Κι ο ηλεκτρισμός στον αυχένα σου χαλαρώνει, ναρκώνεσαι πάλι.

Και φτάνεις σπίτι και σκέφτεσαι, και σκέφτεσαι, και σκέφτεσαι. Και αναρωτιέσαι αν όντως νιώθεις αυτό, που νιώθεις ότι νιώθεις. Εδώ μάλλον γελάς λίγο. Καθώς βλέπεις τον εαυτό σου τόσο μικρό και χαριτωμένο. Μικρό και χαριτωμένο, που πίστευε πως δε θα ξανάνιωθε κάπως έτσι.

-paul

5.2.16

συμπληγάδες πέτρες

Μια ιστορία που ξεγέλασε τη λήθη
είπαν δυο μάτια σε δυο άλλα σιωπηλά
σαν πλησιάζανε μια νύχτα ντροπαλά
κι άσβηστο έμεινε αυτό το παραμύθι:

Κάποιον καιρό παλιό στου έρωτα τα χνάρια
στέκαν παράλυτοι δυο βράχοι μοναχοί
και δεν ακούει τη θλιμμένη τους ευχή
θαλάσσης κύμα που τους βρέχει τα ποδάρια

Άλμπατρος διάβαιναν, σκαριά και περιστέρια
μέσα στα χνώτα τους και σκίζαν την πνοή,
το μόνο χάδι που ‘χουν στείλει μια ζωή
τα μόνα που ‘μπλεξαν, με καρδιοχτύπι, χέρια

Και μια βραδιά που μόνο το χλωμό φεγγάρι
τούς χώριζε με μια, από ψηλά, βουτιά
σεισμός κρυφός δύο απόδημα πουλιά
που πλάγιαζαν ξυπνά κι έναν τρελό βαρκάρη

Και είπαν πως δεν είδαν κύμα να διπλώνει
και γη να έχει νιώσει θεϊκή δουλειά
μόνο δυο βράχους π’ αψηφούνε το ντουνιά
και ό,τι μπαίνει ανάμεσά τους κάνουν σκόνη

Στα βλέφαρα μπλαβές και αχανείς κοιλάδες
κι απομακρύνθηκαν τα στόματα ξανά
το παραμύθι τελειώνει σιγανά
κι απόηχος μένει από δυο πέτρες συμπληγάδες.

-ψ.ψ