μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

27.1.16

η συμφωνία

Κάθε φορά που κάνω ντούζ
η ίδια σκέψη τριγυρνάει στο μυαλό μου
''να είχα κάποιον να μου σαπουνίσει τη πλάτη''

Μην πάει το μυαλό σου στο πονηρό,
κάθε άλλο παρά πονηρό σκέφτομαι

Να είχα κάποιον να καθαρίσει τα σημεία που εγώ δεν μπορώ
να ενυδατώσει τις ουλές που δεν φτάνω
να αγκαλιάσει αυτό που εγώ περιφρονώ
να φροντίσει αυτό που εγώ δεν δύναμαι

Και σαν συνεννόηση,
σαν συμφωνία αίματος
σαν όρκο θανάτου
να έκανα και εγώ το ίδιο

-eva k.

18.1.16

κάτω από την ελιά της γιαγιάς

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στο δάσος. Καθόμουν ώρες ατελείωτες κάτω από τα δέντρα. Έπαιζα με τα ζώα και περπατούσα. Θυμάμαι, ακόμη και μετά από τόσο καιρό, πόσο υπέροχο ήταν το συναίσθημα να βουτάς κατάκοπος στο παγωμένο ποτάμι, να κολυμπάς παρέα με τα ψάρια και όταν βγαίνεις να σκουπίζεσαι με τα βρώμικα και σκισμένα ρούχα σου.

Το δάσος απείχε μόνο λίγα βήματα από το σπίτι της γιαγιάς. Μετά το παιχνίδι με περίμενε κέικ βανίλιας και βαθύς ύπνος, μέχρι το απόγευμα. Και μετά πάλι βόλτα στο δάσος μέχρι να βραδιάσει και ζεστό φαγητό παρέα με παραμύθια. Είχα τέλεια βιβλία. Όταν δεν είχα μάθει να διαβάζω ακόμη, κοίταγα μόνο τις εικόνες και έφτιαχνα την ιστορία στο μυαλό μου. Όλες μου οι ιστορίες είχαν χαρούμενο τέλος. Αν οι εικόνες δεν ταίριαζαν με αυτό, απλά τις παρέλειπα και αργότερα τις διόρθωνα κολλώντας στην θέση τους χαρούμενες με τον φτωχό ευτυχισμένο στο πλάι της πριγκίπισσας, το αηδόνι ακόμα ζωντανό, το γίγαντα έτοιμο να φιλοξενήσει παιδιά στον τεράστιο κήπο του, το μικρό ξανθό αγόρι ανεπηρέαστο από τον κόσμο των μεγάλων, να συνεχίζει να ζει στο φεγγάρι του, παρέα με το λουλούδι του.

Όταν δεν με έπαιρνε ο ύπνος, έπαιρνα αγκαλιά τον γάτο μας, τον Χόλντεν, έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και παρίστανα ότι το ταβάνι ήταν ο ουρανός και εγώ σταδιακά τον πλησίαζα. Έφτανα τα σύννεφα. Αυτά ήταν πάντα πολύ φιλικά και παιχνιδιάρικα. Μετά έκανα παρέα με τα άστρα. Με γοήτευαν πάρα πολύ. Ένα συγκεκριμένο, η Ρόζα, μια νύχτα με πήρε στην πλάτη της και μου έδειξε όλο το σύμπαν. Πιο πολύ, όμως, συμπαθούσα τη Σελήνη. Η Σελήνη ήταν πολύ ντροπαλή και δεν είχε φίλους. Μου ζητούσε να της περιγράψω τη γη, τους ανθρώπους, τον γάτο μου, και τα φαγητά της γιαγιάς.

Η Σελήνη αγαπούσε τον Ήλιο. Δεν τον είχε δει σχεδόν ποτέ. Ελάχιστες φορές. Αλλά θαύμαζε πόσο χαρούμενους έκανε τους ανθρώπους με το φως του, με τη ζωή που έδινε σε όλους μας, στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά. Η γιαγιά μου 'χε πει πως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούν να έρθουν κοντά ποτέ. Το μυστικό που μου είπε η γιαγιά δεν το πα πότε στην Σελήνη, ακόμη και τις φορές που αυτή μου εκμυστηρευόταν πόσο θα 'θελε να τον πλησιάσει απλά για να τον αγκαλιάσει σφιχτά έστω για μια φορά.

Όταν επέστρεφα στο κρεβάτι μου, μετά από την παρέα με τη Σελήνη, έπιανα τον εαυτό μου να αναζητά τρόπο να τους φέρω κοντά και μετά από πολύ σκέψη να με παίρνει ο ύπνος με τον Χόλντεν να μου νιαουρίζει στο αυτί, ανακοινώνοντας μου την δικιά του βραδινή εξόρμηση στο χωριό. Ο Χόλντεν συχνά γυρνούσε την επόμενη μέρα εξαντλημένος και μερικές φορές τραυματισμένος από κάποιο καυγά και καθόταν κάτω από την ελιά που είχαμε στον κήπο. Η γιαγιά, με τον ελληνικό στο χέρι, του φώναζε, αλλά μετά από λίγο τον κέρναγε μια λιχουδιά και του ζητούσε να της υποσχεθεί πως από την επόμενη μέρα θα ήταν φρόνιμος. Ο Χόλντεν ποτέ δεν την άκουγε και η γιαγιά μάλλον το ήξερε αυτό.

Όταν η γιαγιά με έστελνε για δουλείες έπαιρνα το ποδήλατο και πήγαινα στο μαγαζί που είχε μια φίλη της. Αυτή πάντα με κερνούσε σοκολάτες και μετά παραπονιόταν ότι της πονάει το πόδι της. Όταν έφευγα, συχνά με φίλαγε στο μάγουλο και μετά εγώ σκουπιζόμουν με το μανίκι μου και ευχόμουν να μη με είδε κάποιο άλλο παιδί. Μετά, περνούσα από το καφενείο που καθόταν και ο παππούς με τους φίλους του και διάβαζαν. Ο παππούς, με το που με έβλεπε, με φώναζε να σταθώ πλάι του και χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του με έπιανε από τον ώμο και μου έδινε μυστικά λίγα λεφτά για να πάρω γλυκό υποβρύχιο.

Σπίτι είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει λάδι, αυγά, ρίγανη και καμένο ξύλο από τον φούρνο της γιαγιάς. Ευχόμουν από μέσα μου να μην είναι κάτι με φασόλια, αλλά πατάτες τηγανιτές με μπιφτέκι. Η γιαγιά μου έβαζε φαγητό και με συμβούλευε να το φάω όλο για να έχω δυνάμεις για τη βόλτα μου στο δάσος. Όταν η γιαγιά δεν κοίταζε, έδινα στον Χόλντεν, που μου παραπονευόταν και γλυφόταν, κρυφά λίγο από το φαγητό μου.

Μετά τον ύπνο μου, αν δεν πήγαινα στο δάσος, έπαιζα στην πλατεία με τα υπόλοιπα παιδιά ποδόσφαιρο, κυνηγητό, κρυφτό και μήλα. Κάθε φορά αλλάζαμε τους κανόνες, ενώ αν κάποιο παιδί έφερνε μπάλα ο αγώνας ξαφνικά γινόταν επίσημος. Θυμάμαι να μαλώνουμε για τους κανόνες, για τον χωρισμό σε ομάδες, αλλά και για τη διεξαγωγή του πρωταθλήματος. Τα κορίτσια συνήθως παρακολουθούσαν τον αγώνα και εγώ έβαζα τα δυνατά μου για να εντυπωσιάσω τη Νεφέλη. Η Νεφέλη ερχόταν πάντα τα καλοκαίρια και κάθε χρόνο ανυπομονούσα να τη δω.

Πλέον έχω να δω τα παιδιά από το χωριό πολύ καιρό. Σταδιακά όλο και μειωνόντουσαν. Εγώ δε σταμάτησα ποτέ να το επισκέπτομαι, χωρίς τη γιαγιά και τον παππού, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να μείνω μόνιμα εδώ και να πηγαίνω βόλτες στο δάσος με τη συντροφιά της Νεφέλης.

-Αγγέλας

9.1.16

σκοτούρες

Και μ’ ­ένα χασμουρητό
ο ήλιος ανακάθισε νωχελικά στο βουνίσιο κρεβάτι του
στάζοντας πιτσιλιές στ’ αδειανό μου δωμάτιο.
Ο Μορφέας,
με τ’ αγέρινο άγγιγμα,
ξύνει τ’ αρχίδια του.
Καφέ σταγόνες αγουροξυπνημένου πρωτοβροχιού
-μέτριου με γάλα-
σκάνε στα παραθυρόφυλλα.

Το λευκό μου ταβάνι
η πιο καλή συντροφιά μου.
Κάποια τσιγγάνα μου ‘χε πει
πως τα κουρασμένα μου βλέφαρα
έχουν εσωτερική επένδυση
από καθρέφτες.

-Ψηλέας Ψογκ