μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

30.9.15

πόλη κοιμισμένη

Μαύρα παράθυρα -αγρύπνια
δρόμοι ωχροί, θαμπή βραδιά
των δέντρων κόβω, που ‘ναι ξύπνια
δυο στεναγμούς απ’ τα κλαδιά
και μία σκέψη για το δρόμο μου

Στην πόλη αυτήν την κοιμισμένη
σε κάποιο ήσυχο στενό
αναζητώ να με προσμένει
ένα χαμόγελο στερνό
και ένα χάδι της στον ώμο μου.

-ψ.ψ.

20.9.15

τζιτζίκια σκοτεινά

ανώμαλα της πόλης τζιτζίκια
παράξενα τα βράδια τραγουδάτε
το δρόμο του βουνού δεν τον εβρήκατε;
‘δω πέρα το μυαλό σας διαλάτε

μα κάποιος άρχοντας θαρρώ, σας έχει χρηματίσει
και κάθεστε και ανέχεστε του μυρμηγκιού τη ζήση


-C. Lupus

9.9.15

το σκουλήκι

Ένα σκουλήκι έχει βαθιά μου
άνετη χτίσει φωλιά ζεστή
και σ’ έχει υπάκουο ξενιστή
σαπιοκαρδιά μου

Ονείρων πότη, γαλήνης κλέφτη
εμπόδιο στέκεις για τη μιλιά
και ροκανίζεις μες στην κοιλιά
μπρος στον καθρέφτη

Σαν το σαράκι μέσα στ’ αμπάρια,
τρως να μ’ αφήσεις σώμα κενό
και των δακρύων, όταν πονώ,
ψάχνεις τα χνάρια

Σκουλήκι, η σκέψη πώς με τρομάζει
μην παρατήσεις μες στη ματιά
στεγνή και άδεια τη μοναξιά
δίχως μαράζι

Και αν, σαράκι, φτάσεις στην πρύμνη
του σαπισμένου μου καραβιού
θα το βουλιάξεις μέσα στου νου
τη μαύρη λίμνη

Παράσιτό μου, για να γεμίσω
την κούφια, μόνο ζητώ, καρδιά
σε δύο χέρια, για μια βραδιά
να την αφήσω.
  -ψ.ψ.