μαζί μ΄αλήτες, αγίους και τρελούς

30.12.14

de cariño


Περπατάω βιαστικά, πηγαίνω ισπανικά. Λοιπόν, είναι Χριστούγεννα, καταλήγω. Σαφώς. Στην Ερμού παντού φωτάκια, λαμπάκια φρενιασμένα, βιτρίνες και μανάδες αλαλιασμένες τρέχουν να ψωνίσουν σε ανίψια και βαφτιστήρια. Στυλιζαρισμένη τρυφερότητα, "cuteness" που λένε, με κάθε αγορά δωρίζετε ένα ευρώ στο Χαμόγελο του Παιδιού. Υποχρεωτικά χαμόγελα οι πωλήτριες -πειθαρχία!- τα ξεφορτώνονται μόνο όταν τελειώνει η βάρδια και ξεκολλούν από πάνω τους και τη στολή-ξωτικό του μαγαζιού. Ξαναβάζουν το τζινάκι από τα H&M και σπίτι. Έλεγα πως πρέπει όλο αυτό να το παλέψεις, να μην το αφήσεις, ψάχνεις λοιπόν απελπισμένα και, ευτυχώς, βρίσκεις στιγμές και εικόνες τρυφερότητας απλής -de cariño.



Θυμάσαι πως τέτοιες μέρες οι ίδιες αφηνιασμένες μάνες που γυρίζουν τα mall γίνονται "μαμά", αφήνουν, γελώντας λίγο, τα πολύ μικρά να στολίσουν το δέντρο, βιαστικά κι ενθουσιασμένα, τα στολίδια σπάνε, μπαίνουν ανάποδα και μόνο μπροστά και χαμηλά -εκεί που φτάνουν τα πιτσιρίκια. Το "ω, έλατο" γίνεται καρικατούρα, αλλά της μαμάς της αρέσει έτσι.



Και πάλι κάποιος μπαμπάς που έχει φορέσει τα γυαλιά του και διαβάζει εφημερίδα σοβαρός, γκρίνια για την ακρίβεια και τον παλιόκαιρο, κάθεται ευλαβικά ακίνητος να του φορέσουν τα μωρά τα ρόλλεϋ της γιαγιάς που ανακάλυψαν σε ένα συρτάρι. Τα γυαλιά στραβώνουν στη μύτη του κι αυτός κάνει ότι διαβάζει και διαμαρτύρεται, μα κρυφά λιώνει με τα ρόλλεϋ και το δίχτυ στο κεφάλι.



Σκέφτεσαι τη γιαγιά που όταν ήσουν μικρός σε σκέπαζε καλά καλά, απ´όλες τις μεριές, και πριν κοιμηθείς σταύρωνε τρεις φορές το μαξιλάρι, σίγουρη πως θα σε φυλάξει από κάθε κακό. Τότε το πίστευες και κοιμόσουν ήσυχος "με το θεούλη να σε προσέχει" και τώρα που δεν πιστεύεις σ'αρέσει ακόμα πιο πολύ αυτό το μαγικό σταύρωμα.



Ή άμα προσπαθείς μέσα σου να ξαναφτιάξεις κάτι, τον Έρωτα που σου χάλασε το Hollywood, και υπνωτισμένος διαβάζεις παλιά γράμματα ερωτικά, ραβασάκια, σημειώματα των γονιών σου, των παππούδων σου και αμέσως να! τίποτα δε χάθηκε, η ίδια αγωνία, οι ίδιοι τσακωμοί, τα ίδια μοναδικά λόγια, και ξανακρατάς ανέγγιχτο το ιδανικό σου. Έτσι μπορείς πάλι να φαντάζεσαι παιχνίδια με το ταίρι σου, όπως να μετράτε τις ελιές στα πρόσωπά σας με φιλιά και πάντα να σας ξεφεύγει κάποια.



Άλλες φορές θυμάσαι που περπατάτε βράδυ με φίλους σε κάποιον ήσυχο δρόμο -δεν πάτε και πουθενά- και κάποιος αρχίζει αφηρημένα να μουρμουρίζει ένα τραγούδι (in the deathcar, ας πούμε) και τελικά καταλήγετε να το μουρμουρίζετε όλοι πολύ δυνατά και προσηλωμένα. Ή ξαφνικά καταλαβαίνεις γιατί σου αρέσει τόσο εκείνο το άλλο τραγούδι. Για τη λέξη "τοσοδούλι".

Ξεφεύγεις λοιπόν από τα νύχια της Ερμού, περπατάς και βλέπεις τα σημαντικά μόνο. Ένας παππούς κλασσικός -και με τραγιάσκα- νωρίς το πρωί σε μια στάση λεωφορείου αγοράζει κουλούρι για να ταΐσει τα περιστέρια της πλατείας Κάνιγγος, κερνάει δηλαδή την παρέα. Κι ένας άλλος, παρόμοιος, κάθεται σ'ένα παγκάκι και τρώει τρισευτυχισμένος παγωτό κυπελάκι, απ'αυτά που έχουν και δώρο έκπληξη.


Μπαίνεις κι εσύ σ'ένα λεωφορείο με ψηλά το ηθικό. Είσαι μέσα σου καθαρός, τραβάς το δικό σου δρόμο μακριά από την Ερμού, έχεις βρει τις απαντήσεις σου. Αγριοκοιτάς λοιπόν, ως συνήθως, τη μόνιμη κλούβα των ΜΑΤ στη Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα από τα σύρματα και το τζάμι το βλέπεις. Το χριστουγεννιάτικο δεντράκι της κλούβας. Φαντάζεσαι ματατζήδες να κρεμάνε στολίδια και λαμπάκια με κάποια αμηχανία, τους δυσκολεύουν γιλέκα και κλομπ, σκέφτονται πως πλησιάζει η 6 Δεκέμβρη, ίσως κάποιος θυμάται που χτύπησε κάτι παιδιά στις 17 Νοέμβρη... Χριστούγεννα, σκέφτεται, η γιορτή των παιδιών... Κοιτάει το είδωλό του στο τζάμι, κοιτάς κι εσύ το δικό σου. 
Ποιον αγριοκοιτάς;

-Στέλλα


28.12.14

γράμμα στον Άη Βασίλη




(αυτό το κείμενο το είχα γράψει πριν 2 χρόνια για ένα σχετικά "μεγάλο" site, αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ και επειδή είναι από τα αγαπημένα μου το βάζω τώρα εδώ)


Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, δεν ξέρω αν φέτος ήμουνα καλό παιδί. Βασικά, δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει "καλό παιδί". Απ' ό,τι μου έχουν πει, για να είμαι "καλό παιδί" πρέπει να διαβάζω τα μαθήματά μου, να μην αντιμιλάω στους καθηγητές μου και να μην κάνω παρέα με "κακά παιδιά". 

Αν ισχύουν όλα αυτά, πολύ φοβάμαι ότι δε θα μου φέρεις το δώρο μου φέτος. Δεν τήρησα τίποτα. Μία μέρα αντί να διαβάσω τα μαθήματά μου προτίμησα να δω ένα ντοκιμαντέρ και μία άλλη να πάω να παίξω μπάλα με τους φίλους μου. 

Την επομένη, ενώ κάναμε Ιστορία και μιλούσαμε για την επανάσταση του '21, η δασκάλα μου άρχισε να μαλώνει και να ειρωνεύεται ένα συμμαθητή μου που ήταν απ' την Τουρκία. Αυτός, ούτε είχε πει, ούτε είχε κάνει κάτι. Απλώς ήταν Τούρκος. Όταν εγώ διαμαρτυρήθηκα, με πήγε στο διευθυντή γιατί της αντιμίλησα. 

Εκεί, ήταν και ένα κορίτσι από την Πολωνία. Η Νάταλι. Ήταν πανέμορφη. Μου είπε ότι την πήγαιναν συχνά στο γραφείο για τιμωρία επειδή όταν την έβριζαν και την κορόιδευαν οι "μάγκες" του σχολείου για τα σπαστά της ελληνικά, αυτή δεν έβαζε τα κλάματα, αλλά τους απαντούσε. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να της ξαναμιλήσω. Ήταν Πολωνέζα. Ήταν και κακό παιδί. Ήταν όμως πανέμορφη... 

Καταλαβαίνεις λοιπόν Άγιε μου Βασίλη, πως, αν όντως "καλό παιδί" σημαίνει αυτό που νομίζω, φέτος δεν πρόκειται να εκπληρώσεις την ευχή μου. Παρ' όλ' αυτά, μιας και μπορεί να κάνω λάθος και να μην είμαι τελικά τόσο "κακό παιδί", θα σου την πω. Άκου προσεκτικά.

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, φέτος τα Χριστούγεννα δε θέλω να μου φέρεις βιβλία γιατί έχω πάρα πολλά και ούτε που ξέρω τι λένε. Θέλω τα βιβλία που θα έφερνες σε μένα να τα πας σε όσα παιδιά δεν έχουν κανένα, σε όσα παιδιά διψούν για γνώση αλλά δεν μπορούν να την αποκτήσουν. Θέλω να χαρίσεις λίγη γνώση σ' εκείνα τα παιδιά που δεν μπορούν να την αγοράσουν.

Μη μου φέρεις ρούχα. Έχω μπόλικα. Να τα πας στα παιδιά που δουλεύουν όλη την ημέρα σε εργοστάσια ρούχων και τα χρήματα που παίρνουν δε φτάνουν ούτε για να αγοράσουν τα ρούχα τους. Και κάθονται και κρυώνουν και ξεπαγιάζουν. Και πολλά πεθαίνουν.

Πάρ' τους και μερικά παιχνίδια. Άμα θέλεις, πέρνα από το σπίτι μου να πάρεις και τα δικά μου, να τους τα χαρίσεις να παίζουν στον ελεύθερο χρόνο τους. Και άμα δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, δώσ' τους.

Θέλω επίσης να σταματήσεις τους πολέμους και να φέρεις ειρήνη. Ξέρεις, αν δε γίνονταν οι πόλεμοι, τα παιδιά αυτά θα είχαν και βιβλία και ρούχα και παιχνίδια και ελεύθερο χρόνο. 

Σταμάτα και την εκμετάλλευση. Σε παρακαλώ. Πως το χωράει ο νους μας άνθρωπος να εκμεταλλεύεται άνθρωπο; Όχι, μη βάλεις τους εκμεταλλευτές να γίνουν εκμεταλλευόμενοι και το αντίστροφο. Να εξαλείψεις τελείως την εκμετάλλευση από τον πλανήτη.

Μην ξεχάσεις και την εξουσία. Μερικές δεκάδες άνθρωποι αποφασίζουν για το παρόν και το μέλλον μερικών δισεκατομμυρίων, κάνοντάς τους να πιστεύουν πως συμμετέχουν κι αυτοί στις αποφάσεις και πως έχουμε Δημοκρατία. Πιστεύω πως μπορούμε να αποφασίζουμε εμείς για τον εαυτό μας.

Και τέλος, αγάπη. Μοίρασε απλόχερα σε όλους τους ανθρώπους αγάπη. Τι να τα κάνουμε τα βιβλία, τα ρούχα, τα παιχνίδια, τον ελεύθερο χρόνο, την ειρήνη, την ισότητα και τη Δημοκρατία αν δεν υπάρχει αγάπη; Όλα αυτά θα χάσουν την αξία τους και δε θα έχουν πλέον κανένα νόημα χωρίς αγάπη. Αγάπη. Αγάπη. Δώσε σε όλους τους ανθρώπους αγάπη.

Αυτά είχα να σου πω αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη. Αν κρίνεις ότι ήμουν καλό παιδί, θα σε παρακαλούσα να πραγματοποιήσεις όσα μπορείς. Σε ευχαριστώ πολύ.


Υ.Γ.: Βασικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, Άη Βασίλη άι στο διάολο. Μπορούμε να κάνουμε και μόνοι μας τον κόσμο καλύτερο.

-Canis Lupus

25.12.14

το δώρο (μέρος 2ο)


(Το 1ο μέρος της ιστορίας εδώ)

«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν, μετά από
έναν ολιγόλεπτο, αλλά ασφυκτικά αμήχανο πρόλογο.

Το αγόρι στο άκουσμα των λέξεων αυτών έμεινε ακίνητο και αμίλητο. Η σιωπή δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί από άλλα λόγια. Το προηγουμένως γεμάτο χαρά βλέμμα του ήταν τώρα απλανές και ανέκφραστο, μα εσωτερικά ραγισμένο… Η επόμενη κίνησή του ήταν να επιστρέψει  με αργές, ήρεμες και σιωπηλές κινήσεις στο δωμάτιό του. Μόλις μπήκε, έκλεισε την πόρτα του κα την κλείδωσε. Στη συνέχεια έπιασε στα χέρια του το γράμμα που προοριζόταν για τον Άγιο Βασίλη, το τσαλάκωσε και, ανοίγοντας ο παράθυρο, το έριξε έξω.

Για μία ολόκληρη εβδομάδα, ο Αντώνης και η Πηνελόπη δεν τον ξαναείδαν ούτε για μία στιγμή. Από το δωμάτιό του έβγαινε μόνο για να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες και μονάχα τις ώρες που οι γονείς του έλειπαν ή κοιμούνταν.

Η στάση των δύο γονιών αρχικά ήταν απλώς η υπομονή. «Είναι λογικό να έχει θυμώσει, δεν θα αργήσει όμως να το ξεπεράσει», πίστευε ο Αντώνης. Μα δεν είχε ιδέα πόσα πολλά σήμαινε το πρόσωπο του Άγιου Βασίλη για το Γεράσιμο. Μέχρι εκείνην την ημέρα, που, γυρνώντας από τη δουλειά, αντίκρισε τη γυναίκα του να κλαίει στον καναπέ.

Η Πηνελόπη του εξήγησε πως εκείνο το πρωί, όπως κάνει κάθε μέρα, είχε βγει για να ποτίσει τα φυτά στον κήπο. Παρατήρησε όμως ένα μικρό, βρώμικο, τσαλακωμένο χαρτί πεταμένο στο χώμα, σφηνωμένο κάπου ανάμεσα στα αγκάθια των όμορφων τριανταφυλλιών. Το σήκωσε για να το πετάξει στα σκουπίδια, μα δεν άργησε να αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του κειμένου που είχε μπροστά της.

Η Πηνελόπη σηκώθηκε από τον καναπέ και έδωσε στον Αντώνη το ταλαιπωρημένο χαρτί με τα μισοσβησμένα γράμματα του παιδιού τους.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να σου ζητήσω το πιο σημαντικό δώρο για μένα από όσα σου έχω ζητήσει. 

Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μου προσφέρει λίγη ευτυχία. Και δεν την προσφέρεις φυσικά μόνο σε εμένα, αλλά και σε εκατομμύρια άλλα παιδιά στη γη.

Εγώ ένα πράγμα θέλω από εσένα φέτος και από εδώ και στο εξής δεν θεωρώ πως αξίζει οτιδήποτε άλλο. Θέλω να με επισκεφτείς. Θέλω, όσο τίποτα άλλο, να σε δω, έστω και μία μόνο φορά, να μου μεταδώσεις λίγη από την χαρά, αλλά και την καλοσύνη σου. Να μου δείξεις πού διακρίνεις τόση αγάπη στον κόσμο και έχεις τη δύναμη να του την ανταποδώσεις».

Ο Αντώνης δεν αντέδρασε στις λέξεις αυτές. Από το γράμμα συμπέρανε πως η απόφαση να αποκαλύψουν στον Γεράσιμο ότι ο Άγιος Βασίλης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ήταν απολύτως σωστή.

«Μα δεν καταλαβαίνεις;» ψέλλισε πλημμυρισμένη από τύψεις η Πηνελόπη. «Δεν του στερήσαμε απλώς το φετινό του δώρο. Του στερήσαμε την ελπίδα».

Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα, οι γονείς του Γεράσιμου προσπαθούσαν συνεχώς να σκεφτούν έναν τρόπο να επανορθώσουν το λάθος τους. Δεν είχαν δει ποτέ τον γιο τους τόσο θυμωμένο με αυτούς και δεν είχαν νιώσει ποτέ οι ίδιοι τόσο απογοητευμένοι από τους εαυτούς τους ως γονείς.

Άδικος κόπος όμως. Ώρες ολόκληρες στέκονταν έξω από την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου του Γεράσιμου, προσπαθώντας να ακούσουν έστω και για λίγο την φωνούλα του, μα η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν η απότομη αύξηση της έντασης της μουσικής, με αποτέλεσμα να μην ακούν ούτε τη δική τους φωνή.

Αισθάνονταν συντετριμμένοι από την συνεχή απόρριψη. Η επόμενη κίνησή τους έπρεπε να είναι άμεση και καθοριστική για την σχέση τους με τον Γεράσιμο. Μα δεν είχαν ιδέα ποια θα μπορούσε να είναι.

Μία από εκείνες τις ημέρες, ο Αντώνης και η Πηνελόπη είχαν βρει ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών του γιου τους και το ξεφύλλιζαν, φέρνοντας στη μνήμη τους και μετανιώνοντας για στιγμές απαράδεκτα απρεπούς συμπεριφοράς απέναντι σε εκείνον.

Μέσα στο  άλμπουμ βρήκαν και μία παλιά συλλογή φωτογραφιών από περιοδικά που είχε φυλάξει ο Γεράσιμος. Φωτογραφίες από το Παρίσι. Μια συλλογή που είχε παρατήσει, όταν, μετά από ένα τσακωμό, οι γονείς του τού είχαν κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται ποτέ να τον πάνε στη Γαλλία ή σε οποιαδήποτε άλλη ξένη χώρα, καταστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο ένα ακόμη από τα αθώα όνειρά του. Η Πηνελόπη τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνουν.

Λίγες ημέρες μετά, ο Γεράσιμος, ξυπνώντας το πρωί, παρατήρησε πως οι γονείς του είχαν τοποθετήσει κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του μερικά κομμάτια χαρτί. Αφού κατάφερε να ανέβει στο καροτσάκι του, πήγε με αργές κινήσεις στην πόρτα, σκοπεύοντας να μη δώσει καμία σημασία στο τι έγραφαν. Πράγμα που όμως ήταν αδύνατον. Μόλις συνειδητοποίησε ότι ήταν τρία εισιτήρια για το Παρίσι, λύγισε. Την ίδια στιγμή ξεκλείδωσε την πόρτα του και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των γονιών του.

Εκείνοι μόλις τον είδαν έτρεξαν και τον αγκάλιασαν. Κανείς δεν κατάφερε να εμποδίσει τα ζεστά του δάκρυα να κυλίσουν στο πρόσωπό του.

Αφού η οικογένεια πέρασε μία ημέρα αληθινά ενωμένη, ο Γεράσιμος γύρισε στο δωμάτιό του και ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Πήρε ένα μολύβι και άρχισε να  γράφει.

«Το ήξερα ότι υπάρχεις. Σ’ ευχαριστώ».

-Ψηλέας Ψογκ

23.12.14

το δώρο (μέρος 1ο)

Χριστούγεννα. Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου, παρά την χαμηλή θερμοκρασία, η ζεστή ατμόσφαιρα πλημμυρίζει τα σπίτια και τους δρόμους. Όπου ο αέρας μυρίζει ευτυχία. Όπου οι άνθρωποι μοιάζουν πιο γενναιόδωροι από ποτέ. Γενναιόδωροι σε χαμόγελα.

Αυτή η πανέμορφη γιορτή όπου παιδιά γεμάτα χαρά τρέχουν στους δρόμους αδιάκοπα, παίζοντας και γελώντας.
Όχι όμως και ο Γεράσιμος. Το μικρό αγόρι που φέτος αρχίζει, δειλά-δειλά, να μπαίνει στην εφηβεία, δεν μπορεί να τα ακολουθήσει. Δεν μπορεί να τρέξει, να παίξει μαζί τους, δεν μπορεί να πάει να πει τα κάλαντα, ούτε να χαρίσει χαμόγελα χαράς στους ανθρώπους που θα συναντήσει. Ο Γεράσιμος δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Ποτέ δεν μπορούσε.
Ο Γεράσιμος αισθάνεται διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Χειρότερος. Αυτό του έχει δείξει η ζωή.
Δεν έχει φίλους. Είναι για όλους «εκείνος ο κακομοίρης, ο ανάπηρος». Ήταν πάντα «εκείνος ο κακομοίρης» και ποτέ δεν έγινε «ο Γεράσιμος». Για κανέναν. Ίσως ούτε καν για τους ίδιους του τους γονείς.
Ο ίδιος έχει αποδεχτεί πλέον το πρόβλημά του, εκείνοι όμως, ο Αντώνης και η Πηνελόπη, ποτέ δεν τα κατάφεραν. Δυστυχώς για αυτούς, δεν κατάφεραν ούτε να αποκτήσουν άλλο παιδί. Έτσι, έμειναν μόνο με το ένα, το «προβληματικό», με το οποίο διαρκώς προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.
Ο Γεράσιμος, αντιθέτως από παλιότερα, δεν ονειρεύεται πια ότι μπορεί να περπατήσει. Έχει ξεπεράσει την προσκόλλησή του σε αυτήν τη φαντασίωση. Όμως δεν είναι ευτυχισμένος, αυτό είναι βέβαιο. Έτσι, εξακολουθεί να έχει ανάγκη την αναζήτηση μίας, έστω πλαστής, σπιθαμής ευτυχίας στον ύπνο του. Στα όνειρά του. Εκεί βρίσκει τη λύτρωση ο Γεράσιμος.
Βλέπει τον εαυτό του να είναι, επιτέλους, σαν όλους τους άλλους. Ή, πιο σωστά, βλέπει όλους τους άλλους να είναι σαν τον ίδιο. Ονειρεύεται τους γονείς του σε αναπηρικά καροτσάκια, το ίδιο και τους συμμαθητές του.
Και έτσι ο μικρός Γεράσιμος νιώθει ολοκληρωμένος, ευτυχισμένος. Κάθε μέρα, δεν αισθάνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο παρά μόνο στον ύπνο του.
Τα Χριστούγεννα, ωστόσο, αυτό αλλάζει για τον Γεράσιμο. Τις γιορτινές αυτές ημέρες, υπάρχει ένας άνθρωπος που μοιάζει να δείχνει κατανόηση, αγάπη και ενδιαφέρον για το πώς νιώθει το αγόρι. Κι όμως αυτόν τον άνθρωπο δεν τον έχει συναντήσει ποτέ.
Χωρίς να εμφανίζεται, ο Άγιος Βασίλης έχει καταφέρνει να του δώσει όση χαρά όση κανείς άλλος. Είναι ο μοναδικός που φαίνεται να έχει ενδιαφερθεί πραγματικά για αυτόν. Γι’ αυτό και το μικρό αγόρι θεωρεί πως η γνωριμία του με εκείνον θα ήταν αυτό που αληθινά χρειάζεται. Θα γνώριζε επιτέλους έναν πραγματικά καλό άνθρωπο.
Έτσι, ενώ όλον τον υπόλοιπο χρόνο ο μόνος τρόπος για τον Γεράσιμο να αναζητά την ευτυχία είναι να την ονειρεύεται, τα Χριστούγεννα την κυνηγά μένοντας ξάγρυπνος για μέρες ατελείωτες, κοιτώντας υπομονετικά έξω από το παράθυρό του, ελπίζοντας πως, κάποια στιγμή, ο Άγιος Βασίλης θα φανεί…
Τα φετινά Χριστούγεννα, μάλιστα, οπότε κλείνει τα δεκατρία του χρόνια, «δεκατρία χρόνια αναμονής», όπως προτιμά να τα χαρακτηρίζει εκείνος, ο Γεράσιμος αποφάσισε να ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ».
Ξεκίνησε να γράφει το γράμμα που θα έβαζε αργότερα μέσα στην κρεμασμένη στον τοίχο χριστουγεννιάτικη κάλτσα (κάθε χρόνο εκεί έβαζε τα γράμματα και, περιέργως, ο Άγιος Βασίλης τα διάβαζε πάντα). Έγραφε, έσβηνε, τσαλάκωνε χαρτιά και ξεκινούσε το γράμμα από την αρχή… Το τι θα του γράψει τον απασχολούσε πιο πολύ από ποτέ…
Κάτι έπεσε και στην αντίληψη των γονιών του. Ακούγοντας για «το μεγαλύτερο δώρο που έχει ζητήσει ποτέ» ο γιος τους, σχεδόν πανικοβλήθηκαν. Η οικονομική τους κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και η απουσία χριστουγεννιάτικου δέντρου αυτήν τη χρονιά ήταν η τρανή απόδειξη. Φυσικά το πρόσωπο που ο μικρός γιος τους θαύμαζε τόσο πολύ αποτελούσε έναν εφιάλτη για τους ίδιους και το άκουσμα του «μεγαλύτερου» αυτού δώρου τους έκανε να πάρουν μία απόφαση, στην οποία δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς θα αντιδρούσε ο Γεράσιμος.
«Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» του αποκάλυψαν.


(Το 2ο μέρος της ιστορίας εδώ.)

20.12.14

όταν η αξιπορέπεια νικά τη μοναξιά


Πάνε 2 χρόνια που έφυγε. Δεν το είχε πει σε κανέναν. Δεν πήρε μαζί του πολλά πράγματα. Ένα σακίδιο με κάποια ρούχα, το mp3 του, 4 βιβλία και 3 δίσκους. Το είχε αποφασίσει εδώ και καιρό. Γι’ αυτό και τα τελευτία 3 χρόνια πριν φύγει, είχε βρει δουλειά σε μία πολύ «μεγάλη» εταιρεία, δούλευε 11 ώρες τη μέρα και κατάφερε να βγάλει αρκετά χρήματα, ώστε να αγοράσει ένα μικρό σπίτι σε ένα χωριό και να του περισσέψουν και λίγα.  Από το «παρελθόν» του δεν κράτησε επαφή με κανέναν. Ούτε και του λείπει και κανείς δηλαδή, πέρα από την αδελφή του. Αυτήν, η αλήθεια είναι, τη σκέφτεται αρκετά συχνά.

Τώρα πια, είναι μόνος του, δεν μιλάει σε κανέναν και γενικά δε βγαίνει σχεδόν ποτέ από το σπίτι του. Δύο χρόνια τώρα, δεν έχει φύγει ποτέ από το χωριό για πάνω από 1-2 ώρες. Οι υπόλοιποι 35 κάτοικοι τον αντιμετωπίζουν κάπως περίεργα, αλλά δεν πολυασχολούνται, αφού τον έχουν δει ελάχιστες φορές.  Βγαίνει από το σπίτι μία φορά τη βδομάδα για να πάει να ψωνίσει στο super market και πιθανόν άλλη μία για να αγοράσει κάποια εφημερίδα. Πηγαίνει στο super market της κοντινότερης πόλης, γιατί άμα πήγαινε στο μπακάλικο στο χωριό θα αναγκζόταν να γίνει και «φίλος» με τον μπακάλη. Και δεν ήθελε.

Γενικά δε θέλει καθόλου επαφές με ανθρώπους. Αρκετό καιρό πριν φύγει τους είχε σιχαθεί όλους. Δύο φορές ερωτεύτηκε, και τις δύο απογοητεύτηκε. Και μάλιστα άσχημα, γενικά ήταν όλα πολύ άσχημα. Γι’ αυτό τώρα, στο χωριό κάθεται μόνος του, περνάει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στην πίσω αυλή, καπνίζει ένα πακέτο τη μέρα, πίνει πολύ κρασί και τσίπουρο, διαβάζει αρκετά, ακούει λιγάκι μουσική, καλλιεργεί τον κήπο του. Η αυλή του έχει ένα τραπεζάκι και μία καρέκλα. Και μέσα στο σπίτι έχει άλλο ένα τραπέζι, αλλά όχι καρέκλα. Όποτε χρειάζεται, μεταφέρει μέσα την καρέκλα της αυλής και κάθεται.

Μία φορά την εβδομάδα, κάνει εκπομπή σε ένα αυτοσχέδιο ραδιόφωνο που έχει φτιάξει σπίτι του. Η μοναδική φορά που μιλάει μέσα στην εβδομάδα, είναι αυτές οι δύο ώρες, 10-12 τα βράδια του Σαββάτου. Για το σταθμό και την εκπομπή δεν έχει πει σε κανέναν. Ακούνε πάντως, 6-7 άτομα κάθε φορά. Δεν ξέρει πως το μάθανε, αλλά ακούνε. Του στέλνουν και μηνύματα καμιά φορά.Για την ακρίβεια, στα δύο χρόνια που κάνει την εκπομπή, του έχουν στείλει 12 μηνύματα σύνολο. Τα διαβάζει στον «αέρα» και απαντάει. Η εκπομπή του, είναι η μόνη ώρα μέσα στην εβδομάδα που μιλάει. Δεν μιλάει πότε άλλοτε. Ούτε στο super market, ούτε όταν αγοράζει εφημερίδα, ποτέ. Γι’ αυτό και κάθε Σάββατο βράδυ, όταν ξεκινάει να μιλάει, του φαίνεται πάντα παράξενη η φωνή του.

Του αρέσει πολύ η εκπομπή του. Είναι οι αγαπημένες του ώρες μες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, σημειώνει σε ένα τετράδιο ό,τι σκέφτεται και θέλει να πει το Σάββατο, και την Παρασκευή το βράδυ, τα βάζει σε μία σειρά, βρίσκει τη μουσική που θα παίξει και κάνει γενικότερα μία μίνι-προετοιμασία.

Μάλιστα, 3 φορές αυτά τα δύο χρόνια, ξύπνησε το πρωί της Κυριακής και ήταν τόσο χαρούμενος και ευχαριστημένος από την εκπομπή, που δεν ήθελε να μείνει μόνος και πήγε στο καφενείο. Μόνος του καθόταν, αλλά είχε αγοράσει και εφημερίδα και διάβαζε. Μίλησε και λιγάκι με ορισμένους. Αλλά μέχρι εκεί.  Ήταν τέτοια η απογοήτευσή του από τους ανθρώπους που δεν ήθελε κάτι περισσότερο.

Τον τελευταίο καιρό πάντως, σκεφτόταν αρκετά την αδερφή του. Της είχε αφήσει πριν φύγει ένα γράμμα ότι φεύγει και δεν ξέρει πότε και αν θα ξαναγυρίσει και από τότε δεν είχαν ξαναμιλήσει. Σκεφτόταν να της στείλει πάλι ένα γράμμα. Να της πει ότι είναι καλά και να δει τι κάνει εκείνη. Θα το ήθελε πολύ βασικά.


Ίσως να της έλεγε και για την εκπομπή..

-Canis Lupus

17.12.14

ένας αφηρημένος άνθρωπος


                                                       
                                                                                                                          -Ψηλέας Ψογκ                  


 Εξαιρετικά επιτυχημένη η παραπάνω τοποθέτηση . Δυστυχώς είναι αλήθεια. Είμαι αφηρημένος. Πολύ, συνέχεια και παντού. Λέω δυστυχώς, διότι αυτή η απόσπαση προσοχής αποτελεί πλέον "πρόβλημα".

Για παράδειγμα τις προάλλες στο μετρό στο Σύνταγμα, παίρνω εισιτήριο από το μηχάνημα (καλός πολίτης, θα έκανα τον Αντώνη υπερήφανο). Με το που το παίρνω ξεχνάω ότι το πήρα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες πάω να πάρω άλλο. Φτάνω στα εκδοτήρια, κρατώντας το εισιτήριο στο χέρι. Θυμάμαι ότι πήρα. ‘’Τι βλάκας!’’ σκέφτομαι.. Δε σταματάω εδώ  όμως.. Ξεχνάω ότι το μηχάνημα μπροστά μου εκδίδει εισιτήρια, θεωρώ λοιπόν ότι λογικά θα τα επικυρώνει. Πατάω τα κουμπί των 60 λεπτών και αναρωτιέμαι έχοντας το εισιτήριο στο χέρι ‘’Μα γιατί δεν το επικυρώνει;». «Είσαι καλά;» με ρώτησε μια γιαγιά .

Πρώτη μέρα στη σχολή. Είχε βγει ανακοίνωση ότι θα πρέπει να είμαστε Τετάρτη από 08:45 εκεί, για να γραφτούμε στα εργαστήρια. Δεν την είδα, αλλά μπορεί και να την είδα και να το ξέχασα.  Έχω την εντύπωση πως αρχίζουμε Δευτέρα. Πάω κανονικά την Τετάρτη ευτυχώς, 11:30 όμως, νομίζοντας ότι είναι Δευτέρα. Χάνω τις εγγραφές (γράφτηκα την επομένη), πάω καθυστερημένος στο πρώτο μάθημα, όπου δεν καταλαβαίνω τίποτα και εξακολουθώ να θεωρώ πως μια κότα καταλαβαίνει τα ίδια με εμένα.

 Ακόμη και στα απλά καθημερινά πράγματα, όπως το βούρτσισμα των δοντιών, η αφηρημάδα μου δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο. Σχεδόν πάντα τραγουδάω όταν πλένω τα δόντια μου, ξεχνώντας τον στόχο της παραπάνω διαδικασίας και κατακτώντας το παγκόσμιο ρεκόρ του δεκάλεπτου βουρτσίσματος ,με τη συνοδεία φυσικά πρωινής γκρίνιας για την καθυστέρηση στο μπάνιο. Να αναφέρω επίσης ότι μια φορά βούρτσισα κατά λάθος τη μύτη μου και επίσης αντί για οδοντόκρεμα έβαλα σαπούνι.

 Ένα από τα χειρότερα πράγματα που μου έχει συμβεί όμως είναι να μου πέσουν στο πάτωμα τα Κόκο Ποπς. Ξεχάστηκα και έριξα μια τεράστια ποσότητα (ήταν και οικογενειακή συσκευασία) κάτω αντί για το μπολ. Ειδικά τα συγκεκριμένα δημητριακά έχω την εντύπωση πως τη στιγμή που πέφτουν κάτω απλώνονται σε κάθε γωνιά του σπιτιού, καθιστώντας το συμμάζεμα μια επίπονη διαδικασία, έναν αληθινό εφιάλτη καθώς ειλικρινά δεν τελειώνουν ποτέ. Προσοχή λοιπόν και εσείς με τα Κόκο Ποπς μην σας πέσουν κάτω αν δεν θέλετε να τα βρείτε ακόμη και στο κρεβάτι σας .

Ήμουν όμως πάντα έτσι;

Σύμφωνα με μαρτυρίες στενών μου προσώπων ναι. Η «αδυναμία συγκέντρωσης προσοχής» ενδεχομένως να κληρονομήθηκε  από τους γονείς μου. Από μία αφηρημένη μητέρα και έναν (πολύ) αφηρημένο πατέρα είναι μαθηματικά εξακριβωμένο αν πάρουμε τη συνάρτηση f(αφ) πως το παιδί ή τα παιδιά θα βγουν αφηρημένα. Βέβαια δεν αποτέλεσα την εξαίρεση στα ίδια τα μαθηματικά, επιβεβαιώνοντας τις πιθανότητες και τους φόβους των συγγενών.

Φυσικά αναφορά πρέπει να γίνει και στο γεγονός ότι στη σχολή μου που παίζουν (δυστυχώς) σε κάθε διάλειμμα και γενικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας  τίτσου δεν έχω μάθει σχεδόν τίποτα για το συγκεκριμένο παιχνίδι. Παρόλο που είμαι παρών σε πάρα πολλές τιτσουκικές αναμετρήσεις δεν καταφέρνω να συγκεντρωθώ . Δεδομένης και της απειρίας μου με τα χαρτιά (η μόνη σχετική εμπειρία μου είναι να παίζω με την κυρία που με πρόσεχε στην τρίτη δημοτικού) εξακολουθώ να μπερδεύω ποιο από τα  J, Q, K είναι πιο δυνατό και να αποκαλώ τον άσσο άλφα. Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω πως ούτε ιδιαίτερη διάθεση να μάθω έχω, αφού έχω πλέον κουραστεί από τον μαραθώνιο τίτσου που λαμβάνει χώρα κάθε μέρα, λες και κάποια εξωγήινη δύναμη τους απειλεί με αφαίρεση ζωής αν σταματήσουν να παίζουν για μία ημέρα.

Τέλος, σας παρακαλώ μην με παρεξηγήσετε, έχω να σας εκμυστηρευτώ κάτι ακόμη. Ήμουν θυμάμαι στην τρίτη τάξη δημοτικού όταν ξαφνικά ένα πρωινό ξύπνησα και πίστευα ότι είμαι Πόκεμον (και συγκεκριμένα ο Πίκατσου). Βέβαια να εξηγήσω πως την προηγούμενη μέρα είχα πολύ υψηλό πυρετό και για αυτό τον λόγο δεν πήγα σχολείο και έμεινα όλη την ημέρα σπίτι παίζοντας Πόκεμον. Έτσι, την επομένη με τον πυρετό να με ταλαιπωρεί ακόμη και το μυαλό κατεστραμμένο από το τόσο πολύ Πόκεμον μπέρδεψα την ταυτότητα μου.

Και κάπου εδώ τελειώνει μια σύντομη καταγραφή της αφηρημένης μου συμπεριφοράς. Ελπίζω να έκανα την αρχή, για να μου αναφέρετε και εσείς ανάλογα περιστατικά. Έχω την ανάγκη να νομίζω πως δεν είμαι μόνος.

 Υ.Γ.1: Οι λέξεις «δημητριακά» (βλ. Κόκο Ποπς) και «αμάξι» δε μου αρέσουν καθόλου. Οι μόνες φορές που τις χρησιμοποιώ είναι για να πω πόσο χάλια είναι.

Υ.Γ.2: Αυτό μου το πρόβλημα ίσως και να οφείλεται για τις χαμηλές μου επιδόσεις στα αθλήματα. Τα όποια αθλητικά μου όνειρα έχουν εδώ και καιρό καταρριφθεί και ο ίδιος ο αθλητισμός δεν κατάφερε ακόμη και μετά από πολύ κόπο να με αγκαλιάσει, να με κάνει μέλος αυτής της μεγάλης οικογένειας.

                                                                                                                             -Αγγέλας

15.12.14

επιστροφή στην κανονικότητα


Επιστροφή στην κανονικότητα. Ο Νίκος, νίκησε. Μαζί του και εμείς. Η κατάληψη σταμάτησε. Πλέον δεν θα μας κοιτάνε σαν καθυστερημένους κάθε φορά που μπαίνουμε στο Δημαρχείο. Πλέον, βασικά, δε θα μπαίνουμε καν στο Δημαρχείο. Η κατάληψη σταμάτησε. Και καλά έκανε, γιατί ο Νίκος νίκησε. Μαζί του και εμείς. Νικήσαμε, ακόμη και αν η «cool» νεολαία μας κοιτούσε σχεδόν χλευαστικά κάθε φορά που περνούσαμε με πορεία δίπλα από τις καφετέρειές της. Και ακόμη χλευαστικά μας κοιτάει, με ύφος «Καλά τι μαλάκες είσαστε; Μόνο οι χαζοί τα βάζουν με το σύστημα». Ναι, ακριβώς έτσι το άκουσα. Μόνο που τώρα, όλοι αυτοί δεν μπορούν να νοιώσουν αυτό που νοιώθουμε εμείς. Μόνο που εμείς, λίγες εκατοντάδες «χαζοί», τα βάλαμε με το σύστημα και, ναι, νομίζω πως αυτή τη φορά, το κερδίσαμε! Η νίκη προφανώς και δεν είναι μονάχα οι άδειες. Είναι τόσα πολλά. Οι αναμνήσεις, οι φιλίες, οι στιγμές, τα συναισθήματα, οι εικόνες, οι εμπειρίες, οι «γεύσεις» ελευθερίας και αναρχίας που πήραμε και που όλα αυτά δεν μπορείς να τα βρεις ούτε στα βιβλία, ούτε στις συζητήσεις, ούτε στις ταινίες, ούτε καν στα πιο όμορφα ποιήματα. 

......

Αφού αποφασίζαμε να συνεχιστεί η κατάληψη, έπρεπε αρκετά άτομα να κοιμούνται εκεί και τα βράδια. Προσωπικά, έμεινα 4 νύχτες, τις 3 κοιμήθηκα και τη μία όχι. Τα βράδια πάντως ήταν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ημέρας. Με τίποτα δεν θα ξεχάσω τους γρίφους που λύναμε, τις γελοίες, μεθυσμένες «γκόμενες» που περνούσαν απ’ έξω και που ο συνδυασμός ποτού, τακουνιών, κατηφόρας και πλακόστρωτου έδινε ένα πολύ αστείο αποτέλεσμα και τις κριτικές (κανονικά, με βαθμολογίες) που κάναμε στις τύπισσες αυτές, οι οποίες κόντευαν να πέσουν κάθε 2 δευτερόλεπτα. Ούτε πρόκειται να ξεχάσω όλους όσους γνώρισα αυτές τις μέρες (και τις νύχτες), τα κείμενα-ανακοινώσεις που γράφονταν μέχρι τις 5 το πρωί (και ενώ ορισμένοι είχαν μάθημα στις 9—και πήγαιναν), τους διάφορους μεθυσμένους ή περίεργους τύπους που έρχονταν και «αράζανε» στο Δημαρχείο, τους κλαμπάδες που περνούσαν τυχαία και κοιτούσαν σαν ηλίθιοι, τις 2 άκυρες παρέες που είχαν τσακωθεί απ’ έξω και που ένας από αυτούς ήρθε και έκατσε καμιά ώρα μαζί μας, πίνοντας ασταμάτητα και, όταν του είπαμε «Μόνο πίνεις ρε. Δε θα φας τίποτα;», αυτός έβγαλε από την τσέπη του ένα ξερό ψωμί και άρχισε να το τρώει! Είχε και πλάκα, μία φορά που κοιμήθηκα στο Δημαρχείο, ξύπνησα το πρωί επειδή έπαιζε δυνατά από τα ηχεία μας ο ύμνος του ΕΑΜ. Ήταν κάπως σουρεάλ να ξυπνάς έτσι.

......

Θυμάμαι τις μέρες που δεν πήγαινα στο Πανεπιστήμιο ούτε καν για να φάω και έτρωγα ό,τι μα ό,τι να’ ναι, όπως π.χ. bake rolls για βραδινό, πρόχειρα σουβλάκια για «κυρίως», ό,τι άκυρο έφερνε κάποιος στην κατάληψη (κάτι σάντουιτς, φακές, μανταρίνια, χουρμάδες, ψωμί σκέτο κ.λπ.) και που τα corn flakes ήταν το μόνο «σίγουρο» γεύμα μου 1 φορά/μέρα. 

......

Τρελή εντύπωση μου έκανε η αγάπη που υπήρχε ανάμεσα σε κάποιος ανθρώπους εκεί. Παρα πολλή αγάπη, τόση που μπορεί και να ‘λεγες ότι ήταν «ψεύτικη» ή «δήθεν», αλλά ΟΧΙ, δεν ήταν και ας μην μπορούν όλοι να καταλάβουν πως γίνεται να αγαπήσεις τόσο. Αυτή η αγάπη ίσως και να ήταν που μας έκανε να καταφέρουμε ό,τι καταφέραμε. Στο τέλος μάλιστα καθαρίσαμε πολύ καλά το Δημαρχείο, για να το αφήσουμε «καλύτερο απ’ ότι το βρήκαμε», γιατί όπως είπε κάποια «είμαστε καλύτεροι από αυτούς». 

......

Μέσα σε λίγη ώρα έπεσαν πάρα πολλά δακρυγόνα και ο κόσμος έτρεχε κυριολεκτικά ουρλιάζοντας. Ντάξει, λίγο υπερβολικό να τσιρίζεις και να ουρλιάζεις, αλλά εκτός από τα δακρυγόνα που σε κάνουν να κλαις και να μην μπορείς να αναπνεύσεις, πετούσαν και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, που σου δίνουν την εντύπωση πως είσαι πραγματικά σε πόλεμο, αφού ακούς διπλα σου τεράστια «μπαμ» και βλέπεις σπίθες να πετάγονται. Γενικά, όλα αυτά αναμηγμένα με καπνούς, τρεξίματα και ουρλιαχτά δημιουργούσαν μία πολύ περίεργη ατμόσφαιρα. 

......

Μέσα στο Δημαρχείο η κατάσταση ήταν επίσης απίστευτα περίεργη. Έβλεπες τους γνωστούς και τους φίλους σου με κόκκινα μάτια, με βρεγμένα πρόσωπα από το μαλόξ, άλλους να μην μπορούν να αναπνεύσουν καλά και γενικά μία πολύ παράξενη φάση. Και, μαζί  με όλα αυτά, βλέπαμε από το παράθυρο και τα ΜΑΤ να είναι έξω ακριβώς από το Δημαρχείο και να μην ξέρουμε αν και πότε θα μπουν μέσα.

......

Στη συνέλευση, ένας τύπος αφού αρχικά μας είπε πως είναι μεθυσμένος και δεν έπρεπε να μιλήσει, άρχισε να ΟΥΡΛΙΑΖΕΙ πως «παίζονται οι ζωές μας» και έκλεισε λέγοντας πως «μας αγαπάει όλους».

..................................



(Τα παραπάνω, είναι αποσπάσματα από ένα κείμενο που έγραψα αυτές τις μέρες. Ολόκληρο, ίσως να δημοσιευτεί πιο μετά, ίσως να μη δημοσιευτεί και ποτέ. Για τέλος, βάζω ένα ακόμη απόσπασμα, αυτή τη φορά από το κείμενο έναρξης της απεργίας πείνας του Ν. Ρωμανού.)

"Εκείνο το βράδυ με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα είδαμε πολλά αστέρια να πέφτουν διαγράφοντας τις δικές τους χαοτικές διαδρομές. Κι εμείς μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε, κάναμε ευχές, υπολογίζαμε τις πιθανότητες. Το ξέραμε ότι η επιθυμία μας για μια ελεύθερη ζωή 
έπρεπε να περάσει πάνω από όλα όσα μας καταπιέζουν, μας δολοφονούν, μας καταστρέφουν, γι’ αυτό βουτήξαμε στο κενό, όπως ακριβώς τα αστέρια που βλέπαμε να πέφτουν.

Από τότε άπειρα αστέρια πέσαν, μπορεί να ήρθε η ώρα να πέσει και το δικό μας, ποιος ξέρει; Αν είχαμε έτοιμες τις απαντήσεις δε θα γινόμασταν αυτό που είμαστε αλλά ιδιοτελή καθάρματα που θα διδάσκαμε στους ανθρώπους τρόπους να γίνουν τρωκτικά που τρώγονται μεταξύ τους όπως κάνουν σήμερα.

Τουλάχιστον εμείς παραμένουμε ακόμα απόλυτοι και πεισματάρηδες όπως οι άνθρωποι της πάστας μας. Και όσοι από εμάς με έναν πόνο έκλεισαν τα μάτια τους και ταξίδεψαν μακριά, παραμένουν με το βλέμμα κολλημένο σε εκείνον το βραδινό ουρανό που κοιτάζαμε και εμείς. Και μας βλέπουν να πέφτουμε, αστέρια όμορφα και λαμπερά. Τώρα ήρθε η σειρά μας.
Τώρα πέφτουμε χωρίς δισταγμό."

Υ.Γ.: Τους έχουμε ρε. Δύναμη.

-κάποιος από την κατάληψη κάποιου Δημαρχείου

13.12.14

καφές στα γιάννενα


Η σημερινή μου μέρα ήτανε πνιγμένη στο τρέξιμο και στο άγχος.

Ξύπνησα-καιρός μουντός. Καθόλου ευχάριστο να χρειάζεσαι φώτα για να δείς ενώ είναι 9.15 το πρωί. Έφαγα το γνωστό πρωινό μου, διάβασα λίγο βιντεοτέχνη, κατάλαβα το 30% και αφού ντύθηκα στα μαύρα, χύθηκα στους δρόμους. Χωρίς καφέ.

Ψώνια, τράπεζα, ξανά ψώνια γιατι ξέχασα κάποια πράγματα, ξανά τράπεζα γιατί έγινε μια μπαρούφα με την κατάθεση μου. Ο υπάλληλος που με εξυπηρέτησε ήτανε ένας άρρωστος ανθρωπάκος που δεν μπορούσε να μιλήσει απο το κρύωμα και όλο έλεγε ''συγνωμη, δεν μπορώ να μιλήσω ξαναπείτε μου τον αριθμό λογαριασμού σας, συγνώμη δεν μπορώ να μιλήσω ξαναπειτε μου τον αριθμό λογαριασμού σας''. Βαβούρα, πανικός, τρέξιμο, και ένα αυχενικό... έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

Πήγα στην cup-cake καφετέρια της γειτονιάς μου και πήρα ενα γαλλικό. Πικρό. Σε μαγαζί με κεικ... ένα ''γιατί'' είναι η ζωή μου.

Οι καρέκλες δεν με βόλευαν αλλα ντρεπόμουνα να αλλάξω θέση, μέσα στην τσαπατσουλιά μου έριξα κάτω την ομπρέλα μου (που στο κάτω κάτω ποτέ δεν την χρειάστηκα εκείνη την ημέρα), συνειδητοποίησα οτι το φόρεμα μου κολλάει στην κοιλιά που έχω κάνει τις τελευταίες μερες -αποφασίζω να μη φάω το γλυκό που συνοδεύει την πικρή καφείνη μου-αυτή η καρέκλα με πονάει στην πλάτη, έχει βάλει τον Arash για μουσική και εγώ είμαι έτοιμη να πετάξω την χριστουγεννιάτικη κούπα μου στο κεφάλι των κοριτσιών πιο δίπλα που γελάνε και φωνάζουν χειρότερα απο γάτες σε περίοδο αναπαραγωγής.

Και στην απόγνωση μου να χαλαρώσω σε αυτήν την απαίσια καρέκλα, συνειδητοποιώ οτι έχει πάει 1 το μεσημέρι, οι γίγαντες ακόμα μουλιάζουν και εγω έχω αρχίσει να πεινάω. Μέσα στην πείνα μου καταβροχθίζω το γλυκό-συνοδευτικό, με ορκίζω σε δίαιτα, ρουφάω την κοιλιά μου, δεν δίνω μπουρμπουάρ, αναθεματίζω την ομπρέλα που μου έπεσε πάλι και πάω να παραγγείλω σουβλάκια γιατι οι γίγαντες δεν θα έχουν μουλιάσει καλά.

Και κάπως έτσι μετατράπηκα σε ενα βαρετό άνθρωπο.

-eva k.

7.12.14

μήπως;

Ίσως να μην είμαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για τον Νίκο Ρωμανό. Ενδιαφέρομαι εξαιρετικά για τις εξελίξεις και διαβάζω καθημερινά άρθρα και απόψεις (δεν μπορώ να κάνω και πολλά περισσότερα για την ώρα, όντας εκτός Ελλάδας), αποφεύγω ωστόσο να αναρτήσω τις δικές μου, καθότι θεωρώ ότι για να κάνεις κάτι τέτοιο οφείλεις να έχεις τέλεια ενημέρωση και μια βαθύτατη κατανόηση του (εκάστοτε) θέματος, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εγώ δεν θα είχα την αυτοπεποίθηση να πω ότι διαθέτω.

Ώσπου έτυχε να διαβάσω μια μεγάλη σειρά σχολίων, κάτω από σχετικό βίντεο, στη (σοκαριστικά) συντριπτική τους πλειοψηφία κατά του Ρωμανού. Και αν δεν μου έκανε εντύπωση τόσο η αφέλεια έως και ηλιθιότητα ορισμένων απόψεων, οι απλοϊκές αντιλήψεις πάνω σε συγκεκριμένες έννοιες και η ακατάσχετη, βαρβαρική επιθετικότητά τους (η ευκολία των εξ’ αποστάσεως ιντερνετικών προσβολών δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο και αποτελεί μια άλλη μεγάλη ιστορία), αυτό που βρήκα αληθινά προσβλητικό είναι το εξής. Εγώ δεν αισθάνομαι επαρκώς ενημερωμένος ώστε να δημοσιεύσω τις απόψεις μου (παρόλο που προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο το δυνατόν περισσότερο) και τώρα διαπιστώνω πως η πλειοψηφία των ανθρώπων που εκσφενδονίζουν βρισιές και μένος προς το πρόσωπο αυτού του κακομαθημένου πλουσιόπαιδου/εγκληματία/τρομοκράτη, είναι ασύγκριτα πιο ανενημέρωτη από μένα. Αγνοούν τα αιτήματα του Ρωμανού, δεν γνωρίζουν όλα τα γεγονότα, ενώ για άλλα μάλλον εθελοτυφλούν, δεν έχουν διαβάσει τι έχει γράψει ο ίδιος κι όμως έχουν πάντα άποψη πάνω σε όλα αυτά. Χωρίς συνείδηση της έλλειψης γνώσεων και κατανόησης των πραγμάτων, γραπώνονται από τις «τρομακτικές» λέξεις «ληστεία», «φυλακή», «αναρχία», για να εξαπολύσουν κάθε αυθαίρετο οργισμένο συμπέρασμά τους και να υποστηρίξουν με πάθος την «άποψή» τους. (Ή την άποψή «τους»). Όχι, αυτό δεν είναι ούτε ελευθερία λόγου ούτε θάρρος της γνώμης, αυτό είναι θράσος. Ξεδιάντροπο, ανώριμο, προσβλητικό θράσος.

Ίσως κι εγώ δεν είμαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για τον Νίκο Ρωμανό. Σίγουρα δεν είμαι αυτός που θα κρίνει αν είναι «ήρωας» ή «εγκληματίας» ή οτιδήποτε. Ωστόσο δεν βλέπω να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ρωμανός αγωνίζεται. Αγωνίζεται, στ΄αλήθεια, για τα δικαιώματά του, με τη ζωή του. (Στην πραγματικότητα, ο «αγώνας» είναι πολύ πιο τρομακτική λέξη από την «ληστεία», τη «φυλακή» και την «αναρχία», τόσο που όλοι όσοι αφήνουν τα παραπάνω σχόλια φοβούνται να την αγγίξουν και την προσπερνούν.)

Αν εγώ προσωπικά δεν αισθάνομαι απόλυτα σίγουρος για τις γνώσεις μου, είμαι βέβαιος τουλάχιστον για το πώς νιώθω. Γιατί δεν θυμάμαι καν από πότε έχω να αισθανθώ την ίδια επιθυμία με τώρα να προσφέρω τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη μου. Γιατί ο Ρωμανός κάνει τον αγώνα που κανείς δεν έχει το κουράγιο να κάνει κι αυτό δεν μου προκαλεί φθόνο και κακία, όπως σε άλλους, αλλά συγκίνηση. Αληθινή συγκίνηση. Ο Ρωμανός λέει ότι θα αγωνιστεί μέχρι θανάτου και το λέει πιο ειλικρινά απ’ όσο το έχει πει οποιοσδήποτε εδώ και ένας θεός ξέρει πόσα χρόνια. Διαβάζω την επιστολή του και δακρύζω. Η δύναμή του, η αποφσιστικότητά του, με κατακλύζει. Δακρύζω. Διαβάζω τα συναισθήματα που έχει ξυπνήσει αυτός ο άνθρωπος σε τόσους άλλους ανθρώπους και δακρύζω ξανά. Σκέφτομαι τι περνάει ο Ρωμανός και τον κίνδυνο που -με τη θέλησή του- διατρέχει κι ανατριχιάζω.

Σκέφτομαι πως σαν σήμερα, πριν από έξι χρόνια, σκοτώθηκε ένα 15χρονο αγόρι από τη σφαίρα ενός αστυνομικού. Ο θάνατός του, η συμβολική του διάσταση και η οργή που ξύπνησε στον κόσμο οδήγησε ίσως στην πιο έντονη έκφραση διαμαρτυρίας που είχε μέχρι τότε πραγματοποιηθεί. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ξεψύχησε στα χέρια ενός φίλου του, που έτυχε να είναι ο Νίκος Ρωμανός, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα κατέληξε «εγκληματίας» -πώς, αλήθεια, μπορείς να τον κατηγορήσεις; Και σήμερα, στην επέτειο της δολοφονίας του φίλου του, βρίσκεται κι ο ίδιος στο κατώφλι του θανάτου και του χτυπάει την πόρτα. Και η αντίστοιχη συμβολική του διάσταση αποτελεί και πάλι το μεγαλύτερο ερέθισμα οργής και κινητοποίησης που έχουμε δεχτεί εδώ και πολύ καιρό, κλείνοντας (ή ξανανοίγοντας;) έναν κύκλο αίματος που άνοιξε πριν από έξι χρόνια, με δολοφόνο πάντα το κράτος. Αυτό δεν είναι απλώς μια σοκαριστική ιστορία, είναι σενάριο ταινίας. Και, ναι, είναι κι η πραγματικότητα.

Η ιστορία του Νίκου Ρωμανού με έχει συγκλονίσει, με έχει κάνει να ανατριχιάσω, να στεναχωρηθώ, να δακρύσω, να οργιστώ και να προβληματιστώ βαθιά. Με έχει αγγίξει εκπληκτικά ο Νίκος Ρωμανός. Το ίδιο και πολλούς άλλους ανθρώπους. Και, επιστρέφοντας σε όλα αυτά τα επιδερμικά, κακεντρεχή σχόλια, αναρωτιέμαι: Πέρα από το ότι δειλιάζουμε να κοιτάξουμε παραέξω από τον εαυτό μας, πέρα από το ότι σκύβουμε δουλοπρεπώς το κεφάλι, πέρα από το ότι αναζητούμε αφορμές για να ξεσπάσουμε σε όποιον είναι ευκολότερο, μήπως τελικά γινόμαστε όλο και πιο αναίσθητοι;

Μήπως τελικά δεν νιώθουμε;

 -Ψηλέας Ψογκ

Υ.Γ.: Συνεχίζοντας το σκεπτικό, απαντώ στον εαυτό μου ότι ναι, νιώθουμε. Θυμό. Αυτόν που προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας (για χίλιους δυο διαφορετιικούς λόγους) και ψάχνουμε μανιωδώς αφορμή να τον εκφράσουμε. Αλλά, και πάλι, αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.

5.12.14

Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια.





Φίλε! Εγώ σε έχω καταλάβει καλύτερα απ' ότι εσύ. Εσύ νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος, ότι αγαπάς, ότι ζεις. Λυπάμαι, αλλά όλα σταμάτησαν τότε που δέχθηκες να δουλεύεις υπερωρίες για να αγοράσεις εκείνο το πανάκριβο ρολόι.. Ενώ για μένα, όλα ξεκίνησαν από τότε που παραιτήθηκα επειδή έδιωξαν την Α. . Τη θυμάσαι την Α. ε; Που της είπε το αφεντικό πως θα της δώσει καλύτερη θέση, αρκεί να "περνάει καλά μαζί της" κάθε 1-2 βδομάδες. Αυτή αρνήθηκε όμως. Θυμάσαι και που μου έλεγες "Έλα ρε τι σε νοιάζει για την πουτάνα; Έτσι κι αλλιώς, πουτάνες είναι όλες. Γάμα τες και μην ασχολείσαι", όταν τσακώθηκα με το αφεντικό που την έδιωξε; Πάντως, θα έφευγε και από μόνη της, μου το είχε πει. Αλλά ήθελα να τον βρίσω. Έτσι για την αξιοπρέπεια... Εσύ θυμάμαι κοίταγες να μην κάνεις εχθρούς. "Να τα 'χεις με όλους καλά". Μόνο που δε σου 'μεινε και χρόνος να κάνεις φίλους. Αφού σου λέω ρε, σε ξέρω μια χαρά, καλύτερα απ' ότι εσύ. Βασικά, και 'συ σε ξέρεις, αλλά προσπαθείς να νομίζεις άλλα.

Εμένα όμως ρε φίλε, δε με ξέρεις καθόλου! Βλέπεις τους φίλους μου που έχουν περίεργα κουρέματα και σου τη σπάει. Βλέπεις τις φίλες μου να μη σου βγάζουν τα βυζιά τους και τσαντίζεσαι. Είδες, οι φίλες μου δεν είναι μόνο βυζιά! Ψάχνεις αφορμές να με βγάλεις στο περιθώρειο, να με βάλεις σε "κατώτερη" κατηγορία από σένα. Ντάξει, στις δίνω και εγώ. Λέω για αλληλεγγύη, για αυτοοργάνωση, για ελευθερία, για αξιοπρέπεια. Που να τα καταλάβεις εσύ αυτά. Ε, με στέλνεις στο περιθώρειο και τελειώσαμε. Σε μία τέτοια κοινωνία, εγώ έτσι κι αλλιώς από μόνος μου πάω στο "περιθώρειο". Μόνο που το "περιθώρειο" ρε φίλε, είναι καλύτερο και "ανώτερο" από σένα. Γιατί, κοίτα, εγώ ζω κάποια πράγματα, γίνονται διάφορες διαδικασίες στο μυαλό μου, τα σκέφτομαι και καταλήγω να μετατρέπω τη σκέψη μου σε κείμενο. Με βλέπεις; Γραφω! Εσύ τι κάνεις γαμώ;; Χωρίζεις χαρτιά σε στοίβες, κάνεις πράξεις με το κομπιουτεράκι, συμπληρώνεις τιμολόγια και όλο τέτοια. Τα μισά από αυτά που κάνεις τα κάνει και ένα απλό ρομπότ. Αυτό που κάνω εγώ τώρα όμως, κανένα ρομπότ δεν το μπορεί! Και μη μου πεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την κοινωνία. Η δικιά σου κοινωνία χρειάζεται τις μαλακίες που κάνεις, η δικιά μου όχι. Εγώ αυτά που είναι χρήσιμα για τη δικιά μου κοινωνία τα κάνω μια χαρά. Πλένω και τα ρούχα μου στο χέρι. Α! Και κάτι τελευταίο. Την Α. τη θυμάσαι ε; Ναι αυτή. Την παντρεύτηκα πριν λίγο καιρό...

Υ.Γ.: Παρ΄όλο που το κείμενο δεν είχε να κάνει με την υπόθεση του Ν. Ρωμανού μιας και είχε γραφτεί πριν πάρει τόση έκταση, τώρα τυχαίνει να έχει κάποια σχέση. Οπότε, να πω και 2 λόγια για τη φάση. Λοιπόν. Το θέμα δεν είναι ο Ρωμανός να πάρει τις άδειες για να πάει να αποκτήσει τις γνώσεις του ΤΕΙ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια και στο πρώτο του κείμενο. Το θέμα λοιπόν για αυτόν είναι, μέσω αυτών των συχνών αδειών, να κερδίσει "ανάσες ελευθερίας", γιατί όπως και να το κάνουμε, μπροστά στη φυλακή το ΤΕΙ είναι παράδεισος! Και γι' αυτό, "εκμεταλλεύται" τους νόμους, οι οποίοι του δινουν το δικαίωμα αυτό. Πλέον όμως, με βάση τη στάση που έχει κρατηθεί εναντίον του, το θέμα δεν περιορίζεται καν εκεί. Άμα το πάμε λίγο παραπέρα, δεδομένης της απόλυτα αυστηρής και εκδικητικής στάσης που κρατάει το κράτος απέναντί σε όσους "δεν υπακούν", το θέμα πια είναι ένα: Ή ανυπότακτοι και ελεύθεροι ή δούλοι και βολεμένοι. Ή με τον έρωτα ή με τη μιζέρια. Ξεκάθαρα.

-Canis Lupus

3.12.14

του καπηλειού τα παραμύθια


(Κάποιες φορές, η σχέση σου με ένα τραγούδι, έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα ξεπερνάει αυτήν του απλού ακροατή. Γίνεται ένας δημιουργικός διάλογος, μια ανεξάντλητη ανταλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων, που έχει τη δύναμη να σε αλλάξει. Το παρακάτω κείμενο είναι ό,τι ίσως θα έλεγαν τα τραγούδια των Χαΐνηδων αν, ως άνθρωπος, μας μιλούσαν προσωπικά.
Και έχει κατά προτίμηση μια μουσική υπόκρουση σαν κι αυτήν)

Ήτανε όμορφο, θαρρώ, εκείνον τον παλιό καιρό το καπηλειό μου. Όχι μόνο για τα αμέτρητα τραγούδια που τραγουδήθηκαν, τις μουσικές που χορεύτηκαν και τα γλυκά μεθύσια που τις συντρόφευσαν. Ήτανε όμορφο για τις ιστορίες που ακούστηκαν και τις ζωές που διασταυρώθηκαν μέσα σε αυτό. Γιατί η γεύση της τσικουδιάς έχει στην καρδιά μου τη συντροφιά ονείρων, καημών και των γιαλών μιας ζωής. Και, σαν το νερό που πέφτει πάνω στης καρδιάς τον τοίχο, η θύμηση του καπηλειού μου ξεθάβει, θαρρείς, απ' τον ασβέστη τον παλιό καιρό.

Ο Βαρδής να μεταμφιέζει σε νότες του λαούτου κάθε μυστήριο του κόσμου που μπορείς να γνωρίσεις σε μια ζωή. Ο Σταύρος, καθισμένος στη συνήθη γωνιά του να τραγουδά μεθυσμένος τον πόνο που του προκάλεσαν δύο χείλια βυσσινιά. Ο Μύρος να χορεύει, δίνοντας στις κινήσεις του ένα πάθος ίδιο με αυτό του κύματος που μια ζωή τώρα τον ταρακουνούσε.

Ο μπαρμπα-Στελλής να μιλά με τις ώρες για κάποιον μικρό Σαρακινό κουρσάρο, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του για ένα από τα ταξίδια του και έκτοτε δεν την ξαναείδε ποτέ. Και κάπου προς το τέλος της ιστορίας να ξεφεύγει ένα δάκρυ πάνω στο ρυτιδιασμένο του μάγουλο -άμμος, λέει, του έμπαινε στο μάτι.

Η αγαπητή μας παχουλή κυρία, το όνομα της οποίας ποτέ δε μάθαμε, να μαρτυρά τις πίκρες της με τον δικό της τρόπο: με τα αξέχαστα φαγητά της. Συνήθως, τα έφτιαχνε μόνο για τον εαυτό της -κι είναι κρίμα, τέτοια αγάπη για τη μαγειρική δεν ξαναβρίσκεις εύκολα- μα υπήρξαν φορές που δέχτηκε να μας μαγειρέψει κάποιες από τις νοστιμιές της στο καπηλειό. Οι γεύσεις της είχαν κάτι τόσο ιδιαίτερο, τόσο προσωπικό, που σχεδόν σε ταξίδευαν, λέγοντας η καθεμιά τη δική της ιστορία. Κάποτε ακούστηκε μεταξύ μας (σαν αστείο, ίσως) πως την τόσο μαγική αυτή αυτή γεύση στα φαγητά της μοναχικής κυρίας την έδιναν τα δάκρυά της, όταν έπεφταν στην κατσαρόλα καθώς μαγείρευε.

Θυμάμαι και την περίεργη ιστορία κάποιου, ο οποίος τα έπινε γιατί ήταν, λέει, παράφορα ερωτευμένος με μια νεράιδα. Την είχε δει λέει στον ύπνο του, αλλά μόλις ξύπνησε τη βρήκε ξαπλωμένη στο πλευρό του. Ποτέ δεν τον πιστέψαμε φυσικά, ωστόσο τα δάκρυα στα μάτια του ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

Τόσες και τόσες ιστορίες έχουν ακουστεί, τόσες και τόσες μουσικές έχουν πλημμυρίσει το μικρό μου καπηλειό. Tόσες αλήθειες έχουν εκφραστεί μέσα από αυτές -για τις τίγρεις που έχουμε όλοι μέσα μας, για το τι είναι στ` αλήθεια ο Θεός (κερήθρα μέλι ή αστροπελέκι;), για την αγάπη, που ίσως να ‘ναι γράμματα ψιλά για όσους μάθανε στου κόσμου τα καλά κι ο πόνος τους τρομάζει. Για την ελευθερία, την οποία αν δε γνωρίσουμε, ας μας δώσουν μετά το θάνατό μας να μας φάνε τα όρνια -ίσως αυτά πάρουν τουλάχιστον τα σπλάχνα μας και πετάξουν για λίγο στον ουρανό.  Για τον έρωτα, αυτόν τον πόλεμο και τον χορό και την παραζάλη, στον οποίο δίνουμε την απόλυτη ελευθερία να επιτεθεί, σαν ταύρος, στο λευκό μας πουκάμισο και να του αφήσει όλους τους ανεξίτηλους λεκέδες του. Που κρατά το ίδιο σπαθί με το θάνατο -κι οι δύο με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε. Τόσα και τόσα τραγούδια έχουν μιλήσει στις καρδιές μας, από εκείνα που μια κατάρα τα κρατά να ταξιδεύουν ζωντανά σ’ όλες τις εποχές, και στόματα πικραμένα σαν κι αυτά που μεθούσαν στο καπηλειό συνέχιζαν να τα σιγοτραγουδούν,  να τα χορεύουν και να δακρύζουν με αυτά.

Και κάθε φορά αισθανόμουν όπως όταν ήμουν μικρός, τότε που η γιαγιά μου με ταξίδευε με τα δικά της παραμύθια -για μαγικά, για έρωτες, για φονικά μεγάλα- κι ο νους μου επέστρεφε στους μαγικούς τους κόσμους με το που έκλεινα τα μάτια μου.

Κι εγώ; Ποια είναι η δική μου ιστορία;  Δύσκολο να πεις. Δεν είμαι σίγουρος πώς να την ξεχωρίσω από όλες τις υπόλοιπες. Εγώ συνήθως μιλούσα για κάποιον ακροβάτη, που πάντα με εντυπωσίαζε το πώς κρατούσε την ισορροπία του πάνω στο σκοινί, χωρίς ούτε στιγμή να αισθανθεί ζαλάδα κοιτώντας την απόσταση που τον χωρίζει από το έδαφος. Και πώς, ακόμα κι αν έπεφτε, ποτέ δεν έκλαιγε. Μόνο γελούσε. Ίσως δεν θεωρούσε το να πέσεις αποτυχία. Αντιθέτως, ίσως να πίστευε πως σε φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στη φορά που θα τα καταφέρεις.

Επίσης, έκανα λόγο και για ένα πουλί, το οποίο προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να πετάξει μέχρι τον προορισμό του, παρόλο που το ένα του φτερό ήταν πληγωμένο και παρόλο που ο καιρός έκανε την πτήση οποιουδήποτε πτηνού τόσο δύσκολη, ώστε όλα τα υπόλοιπα το είχαν βάλει κάτω. Κι όμως, εκείνο δεν τα παρατούσε. Συνέχιζε. Ίσως να μην το τρόμαζε το να μείνει μόνο του σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά να το έβλεπε τελικά ως τιμή του.

Πάνε όμως οι μήνες, πάνε και τα χρόνια. Σήμερα, το καπηλειό μου είναι ερειπωμένο.

Η ζωή μου, ένα αστέρι το πρωί, που τρεμοσβήνει.

Νυχτώνει. Και δε θα με ένοιαζε, αρκεί να είχαμε χαρεί στ’ αλήθεια το φως της ημέρας.  “Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή, τόση ζωή σε φτάνει. Ρόδο που ανθεί πολύ καιρό, τη μυρωδιά του χάνει” λέει μια παραδοσιακή μαντινάδα.

Σήμερα έμαθα πως η ιστορία του μικρού Σαρακινού κουρσάρου έκανε τον μπαρμπα-Στελλή να δακρύζει όχι γιατί του έμπαινε άμμος στα βλέφαρα, αλλά γιατί μίλαγε στην πραγματικότητα για τη δική του ζωή.

Σήμερα έμαθα πως η αγαπητή μας παχουλή κυρία, της οποίας το όνομα ποτέ δε μάθαμε, έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια. Έπιασε, λέει, φωτιά καθώς μαγείρευε. Κι ήταν τόσο μοναχική, που το φευγιό της δεν έκανε κανένα δάκρυ να κυλίσει σε κανενός το μάγουλο. Κι όμως, όλοι όσοι την είχαν γνωρίσει έχουν να θυμούνται κάποια στιγμή, μικρή στιγμή -όπως το να δοκιμάζεις μια μπουκιά από ένα νόστιμο φαγητό - που έμεινε μεγάλη στη μνήμη τους χάρη στην καλοσύνη και την αγάπη αυτής της κυρίας.

Σήμερα έχω μάθει πως νεράιδες υπάρχουν, εφόσον πιστεύεις σε αυτές.

Σήμερα ξέρω πως κι εγώ ακροβατώ. Και πως, αν κοιτάξω κάτω, ζαλίζομαι.

Ξέρω πως στο φτερό μου έχω κι εγώ αίμα. Και πως το να μείνω μόνος μου, με τον καιρό να ‘ναι κόντρα, με τρομάζει.

Σήμερα όμως δε λέω μόνο ιστορίες άλλων. Δε μιλάω μόνο για ακροβάτες και πουλιά. Δεν είμαι πια γελαστός λέγοντας θλιμμένα τραγούδια.

Σήμερα μιλάω για μένα. Και ζητάω με όλη μου την καρδιά το θάρρος να μη με τρομοκρατεί η απόστασή μου από το έδαφος και τη δύναμη να βλέπω ως τιμή μου τη μοναχική μου πτήση ενάντια στις δοκιμασίες του καιρού.  

Τη δύναμη να αφήσω πίσω τα παραμύθια της γιαγιάς. Να κάνω, επιτέλους, τον κόσμο παραμύθι.

Κι ίσως η κατάρα κάνει και το δικό μου τραγούδι να ταξιδέψει στις εποχές και να θυμίσει σε μερικά ακόμη πικραμένα στόματα τα δικά τους ερειπωμένα καπηλειά.

-ψ.ψ.

Υ.Γ.: Το κείμενο αποτελεί μέρος του διπλού αφιερώματός μας στους Χαΐνηδες. Το δεύτερο μέρος, "Θλιμμένα τραγούδια (και γελαστοί ανθρώποι)", εδώ.